Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Και κάπως, ξαφνικά, το δωμάτιο γεμίζει σύννεφα. Λες, τρέχα. Μα που να πας όταν ο κόσμος είναι τόσο εύθραυστος που όπου πατήσεις θα κάνει ρώγμες- πού να πας μόνος αφού κανείς δεν μπορεί να σε ακολουθήσει; 
Και εγω με τα δυο δάχτυλα που μου απέμειναν (τα άλλα τα πούλησα κι όλοι μπορούν να με δείχνουν τώρα) 
προσπαθώ να κρατήσω τον ουρανό 
να κρατήσω σβηστό το φεγγάρι και το τσιγάρο μου αναμμένο για να μπορείς να με βρεις.
Όταν ρωτησεις θα σου πουν, και θα σου δείξουν το δρόμο- εγώ πίσω απ'τα σύννεφα, θα κάθομαι οκλαδόν πάνω στον κόσμο που ράγισα με τα βήματά μου και θα παραμιλάω- 
με τρέλανε το σκοτάδι, θα πουν, κι η μοναξιά, κι όλα τα σύννεφα κι η σκόνη που κάπνισα όταν τελειώσαν τα τσιγάρα.
μα θα ξέρεις, τότε, πως τρελάθηκα απ' το φόβο πως στα φώτα δεν θα με βρεις.

γι αυτό καπνίζω τόσο, απλά να ξέρεις.