Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

γκόλντεν βιτζίνια κίτρινος και χαρτάκια του παππού ασημένια

Καμιά φορά ανάβω τσιγάρο μόνο για να βλέπω τον καπνό να βγαίνει από το στόμα μου
για την ατμόσφαιρα και τη φάση, ή για το ‘’να κάτι δικό μου που φεύγει’’
ή κάθομαι στο μπαλκόνι κι υψώνω τον αντίχειρα στα αεροπλάνα, ξεκάθαρα για τη φάση
να κάτι δικό μου που ξεχάστηκε και απομακρύνεται
και απομακρύνεται
γίνεται διάφανος τελικά, κάπως ένα με το υπόλοιπο δωμάτιο, και εξαφανίζεται,
κάνω το ίδιο από την αρχή: τζούρα, ανάσα, εκπνοή, οτοστόπ στο αεροπλάνο
κάνω το ίδιο από την άρχη απ’ το λύκειο.
Και μ’άρεσε η γεύση από το πρώτο τσιγάρο
αλλά μερικές φορές, είναι θέμα συναναστροφών- όχι δικών μου, του καπνού:
κουδούνι για διάλειμμα- ένας τύπος στη στάση του λεωφορείου που σκανάρει περαστικούς κώλους- δεκάλεπτη έξοδος στα σκαλάκια, στη δουλειά- τασάκι- ανοιχτός υπολογιστής σε μια κενή κόλλα του γουόρντ- μουσική- καμιά μπύρα ή κρύα λεμονάδα χωρίς ζάχαρη
κάνω το ίδιο από το λύκειο, τη λεμονάδα μπύρα και πάλι τ’ανάποδο,
γιατί αυτή την περίοδο κόβω το αλκοόλ
κάθε λογικός άνθρωπος θα έκανε το ίδιο.
Γεμίζω λοιπόν ένα ποτήρι λεμονάδα, περιμένω να κάτσει ο αφρός, ανάβω τσιγάρο
κοιτάζω τον καπνό να φέρνει βόλτα, χωρίς συγκεκριμένο σχήμα ή σκοπό (όχι αυτός, εγώ)
και ψάχνω τον ουρανό
κερδίζω χρόνο έτσι, γιατί πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον πατέρα μου να του ζητήσω λεφτά
και γιατί πρέπει να βγω, στο γνωστό μπαρ που κάναμε στέκι, και να παραγγείλω μπάκλερ, γιατί δεν έχουνε από τη λεμονάδα τη χωρίς ζάχαρη,
και πρέπει να ανάψω το θερμοσίφωνο για να μπω για μπάνιο
και να αποφασίσω τι μουσική θέλω να ακούσω όσο πλένω τα πιάτα- η, τουλάχιστον, τι σκατά θα κάνω στη ζωή μου
Οτοστόπ- στέκω με τον αντίχειρα σηκωμένο, μπορώ να στρίψω και με το ένα χέρι πλέον
και σκέφτομαι μήπως είναι ώρα για αλλαγές
κατεβάζω τα μάτια από τον ουρανό, κοιτάω τη θάλασσα για περαστικά πλοία, ψάχνω για αναπτήρα στην κωλότσεπη του μπροστινού μου
αποφασίζω: θα αλλάξω μάρκα καπνού
ο δικός μου ακρίβυνε, κάθε λογικός άνθρωπος θα κανε το ίδιο.
Πάντα ήμουνα της αλλαγής, απ’αυτούς που βαριούνται γρήγορα, και αλλάζουνε σχολές που τελικά δεν θα κάνουνε επάγγελμα, και σηκώνουνε το χέρι σε κάθε αμάξι που περνάει
από περιέργεια, ή για να κερδίσουν χρόνο
μέχρι να αποφασίσουν που θελουν να φτάσουν.
Τυχαία αεροπλάνα και πλοία και ποδήλατα, και δεν φοβήθηκα ιδιαίτερα για το τι θα συναντήσω
κι όμως: πάντα φοβόμουνα να πειράξω τα μαλλιά μου- ειρωνεία, σου λέει- ή ότι
αν παχύνω δεν θα με πλησιάζει κανείς.
τι να το κάνεις, η ζωή θέλει ειρωνεία, και να κερδίζεις χρόνο.
Η λεμονάδα στο ποτήρι με περιμένει υπομονετικά, πλέον χωρίς αφρούς και πανηγύρια
γι αυτό δεν τη συνηθίζω, ξεθυμαίνει εύκολα και κάνει τη ζωή μου λίγο πιο περίπλοκη, αντίθετα με το αλκοόλ
αντίθετα και μ’εμένα
που χω ακόμα αφρούς πίσω από τις κόρες των ματιών, από την πρώτη φορά που ξεχάστηκαν και με γύρισαν τα ίσια ανάποδα
Το προσπαθώ πάντως, γενικότερα
όλα τα προσπαθώ, να ξεθυμάνω, να ανάψω θερμοσίφωνο, να βρω αμάξι να με μαζέψει, να τελειώσω το αναψυκτικό στο ποτήρι μου,
να ανέβω στο τραπέζι με ένα θριαμβευτικό σάλτο, σπρώχνοντας μπουκάλια και ξηροκάρπια κάτω, και να ανακοινώσω
‘’να λοιπόν φίλες και φίλοι, και θενκς για την υπομονή, τώρα το χω, βρήκα τί θα κάνω στη ζωή μου‘’
προσπαθώ- αλλά σ’εκείνο το σημείο πάντα κάποιο αεροπλάνο περνάει από πάνω μου
και δεν μπορώ να κρατηθώ, ανάβω τσιγάρο και σηκώνω τον αντίχειρα, κι οι γύρω μαζεύουν απηυδισμένοι τα ποτά από το πάτωμα
μέσα στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο καπνός
την ψαγμένη μουσική στα ηχεία δίπλα μας
και τον ήχο ενός κινητού από κάποια τσέπη- το σηκώνω
ο πατέρας μου έμαθε τα νέα και πήρε να με συγχαρεί, θυμάμαι ότι πρέπει να του ζητήσω λεφτά
Χωρίς να κατεβάσω το τεντωμένο χέρι μου, σβήνω το τσιγάρο, πηδάω από το τραπέζι,
και του ζητάω να με ξυπνήσει τη δευτέρα στις 7, να πάω για δουλειά
όχι ότι έχω δύσκολο το πρωινό ξύπνημα- ποτέ δεν το είχα, το ξέρει
απλά για την ατμόσφαιρα και τη φάση
του ‘’σ’έχω ανάγκη’’
Και τον φαντάζομαι να κλείνει το τηλέφωνο, και να κοιτάει τον καπνό του τσιγάρου του να φεύγει, και να σκέφτεται πως έτσι κερδίζει χρόνο
μέχρι τη δευτέρα στις 7
Θα πρεπε κανονικά να κάνω το ίδιο
αλλά δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τον ουρανό
και τελείωσε και ο καπνός στο πακέτο μου.
έτσι πάει: τσεκ γιορ πριβιλετζ, κάθε φορά που καπνίζεις-
ώρα να αλλάξω για τον φτηνότερο που λέγαμε