Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

όταν δεν ζαλίζεσαι

Πιες, θα πιω κι εγώ, ώσπου να αρχίσουν τα φώτα να σβήνουν,
μόνο μερικά ποτήρια ακόμα,
για όλα αυτά που στέγνωσαν από τον ήλιο,
που ξεράθηκαν από το χρόνο
και σάπισαν και λερώνουν το πάτωμα, και κολλάνε στην ανάσα μας
και γεμίζουν τα κενά.
Λίγο ακόμα, για να μην χρειαστεί να εξηγήσω
για να μην πρέπει να καθαρίσω τα μάτια μου από τα σκουπίδια
για να μπορώ να σε κοιτάξω
όπως κοιτάς τον κόσμο, χωρίς απορία, μέσα από ένα πλαστικό ποτήρι,
για να μυρίζω όπως μυρίζεις
και να παλεύεις όπως παλεύω.
Ημερεύω με τον ήλιο, μα
δεν έχω δύναμη τις νύχτες, γλιστράνε οι δρόμοι από τον ιδρώτα
σέρνονται οι ώρες
γιατί είναι δίχως σου,
και αφήνουν στο δέρμα μου τα σάλια τους – και λίγο λίγο
ρουφάνε το αίμα
δεν έχω δύναμη να κυνηγήσω, να φέρω κρέας στο κρεβάτι, να φέρω χώμα να ξεπλυθείς.
πιες, θα πιω κ εγώ, θα ζαλιστεί η πείνα
θα γλιστρήσω μαζί με τους δρόμους
μέχρι να αρχίσουν τα φώτα να σβήνουν.
Ακόμα λίγο, να αδειάσει το μπουκάλι,
να γεμίσει η νύχτα
να πεθάνουν οι ώρες, που είναι δίχως.
Να έχω δύναμη πάλι.
Πίνε, μέχρι να φτάσεις στο πιο βαθύ μου αίμα, μέχρι το μαύρο μου
μέχρι να τρέξω παντού πάνω σου,
χωρίς να γλιστράω, χωρίς να απορώ
σαν να ναι μέρα.

Σαν να ναι η μέρα που με χάνεις,
πίνε.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Τα γράμματα μας και οι λέξεις 
που δεν κράτησαν την κατάλληλη απόσταση    
τώρα έχασαν και την επιφάνεια 
και βλέπουν μόνο μέτρα και δευτερόλεπτα 
Αποστάσεις αλκοολικές και ώρες μαστουρωμένες 
που ξυπνάνε τις  νύχτες 
για να βρίσουν τους γείτονες για τη φασαρία 
για τα φώτα 
για την αγάπη 
Γιατί σκούζουν τα βράδια στις ταράτσες 
για την αγάπη 
και φτάνει το σήμα από τις κεραίες των τηλεοράσεων και των ραδιοφώνων 
υγρό και πληγωμένο 
Αποστάσεις και χρόνια 
που δεν έμαθαν ποτέ να μετράνε 
που δεν έμαθαν να γράφουν 
και να σιωπούν 
μόνο να φωνάζουν έμαθαν 
για να μας διώξουν 
από τους τοιχούς που κολλάμε το σώμα μας 
και γλείφουμε την υγρασία από της πέτρες και τα τούβλα 
μέχρι τα χείλια μας να ματωσουν.
Δε μετράνε δε γράφουν δε σιωπούν 
Διορθώνουν το σήμα από της κεραίες, καθαρίζουν τους τοίχους 
από κομμάτια χεριών χειλιών και σωμάτων που τελείωσαν 
διψασμένα 
πίνουν και καπνίζουν τον φόβο μας.
Και πάλι ξυπνούν και βρίζουν για τα φώτα 
και τη φασαρία που κάνουν οι ταράτσες 
όπως τις  βαράει ο ηλιος  και ο πόθος μας 
Ο ήλιος τελικά 
κι αυτή η διψά 
όπως κολλάω το σώμα μου στον τοίχο σου 
τα γράμματα μου και η φασαρία μου 
κι η υγρασία που στάζεις στο κεφάλι μου.
 Κι όσο κοιμάσαι θα σηκωθώ 
να διορθώσω το σήμα από της κεραίες να σβήσω τα φώτα 
και να βρίσω τις στέγες,
μόνο σιωπή να μείνει στον κόσμο 

αφού η διψά μου 

δεν σε κρατάει ξύπνια.



 

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Σαββατα

Βέβαια είναι και φορές που σε αγαπάω
και δεν ξέρω που να κρυφτώ
και σηκώνω το γιακά της μπλούζας μου και κρύβω το πρόσωπό μου
ή κοιτάω τον ουρανό και βάζω την κουκούλα στο κεφάλι μου
γιατί θα βρέξει
(πάντα την καθαρά Δευτέρα ελπίζαμε να μη βρέχει, για να πετάξουμε χαρταετό
τώρα ελπίζουμε να τη βγάλουμε μέχρι τη Δευτέρα  κι ας  βρέχει)
Δεν ξέρω που να κρυφτώ  και βάζω τις παλάμες στο πρόσωπό μου
έτσι ελπίζω να μη με γνωρίσεις
μα τα χέρια μου είναι δικά σου, κι οι παλάμες μου έχουν τις γραμμές από το μέτωπο που ακούμπησες πάνω τους
και  με καταλαβαίνεις, και περισσότερο με πλησιάζεις
Είναι οι φορές που σ αγαπάω και δεν ξέρω πώς
Γιατί το σπίτι μας ήταν μικρό, κι ο κόσμος ήταν μικρός,
και δεν κατάφερα να βρω τόπο να κρυφτώ, να μείνω και να περιμένω
να μεγαλώσω και να μάθω να αγαπάω  και να ρθω να σε βρω
Είναι το κρίμα
που αν δεν κρύβομαι στα χέρια σου δεν έχω άλλη κρυψώνα
και εκεί  δεν θα με χάσεις ποτέ
Είναι το κρίμα που δεν έχω υπομονή να περιμένω
και σ αγαπάω τώρα
και σ αγαπάω χτες και αύριο.
Με την κουκούλα στο κεφάλι για να μην καταλάβεις.