Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

παιχνιδια.

Πέτα το λοιπόν..έλα.
Κορώνα ή γράμματα-την αλήθεια μας ή το ψέμα μας τα όνειρα ή τον φόβο;
Σειρά σου τώρα.
Δεν θα μπω στη μέση, δεν θα αντιδράσω, δεν θα κουνηθώ καν.
Το ξέρεις δεν έχω τίποτα να χάσω. Τώρα πια, θα κερδίσω μόνο αν παραδοθώ στο παιχνίδι μας.
Το νόμισμα στον αέρα, εκεί που δίπλα πετάει η καρδιά μου, η σκέψη μου που φεύγει, πιο ψηλά, κι άλλο..το σώμα μου δεν θα τα φτάσει ποτέ.
Τρέμω. Δεν το δείχνω. Το νόμισμα γυρίζει, τρυπάει τον ουρανό, τρυπάει τα σύννεφα- σκόνη από πλανήτες γύρω- κι ανεβαίνει.
-Τι; 
-Τίποτα ακόμα. 
Έχω κλείσει τα μάτια και περιμένω.
Κορώνα
-Τι φοβάσαι πιο πολύ; 
-Να σε βλέπω να με φοβάσαι...
Γράμματα
-Δε σ αγαπάω.
-Ούτε κι εγώ
Κορώνα 
-Γιατί δεν κοιμάσαι;
-Φοβάμαι μην ξυπνήσω 
Γράμματα 
-Κι αν κερδίσεις;
-Θα σ αφήσω να με μισήσεις
Κορώνα
-Κι όταν χάσεις;
-Θα μαι εδώ. Θα περιμένω.
Γράμματα
Η υπομονή μου εξαντλείται
Κορώνα
όπως οι βασιλιάδες
Γράμματα
όπως οι φτωχοί κι οι πεθαμένοι
Κορώνα
Τίποτα-καμία σκέψη
Γράμματα
Κενό
Κορώνα
Κενό
Γράμματα
Κενό
Κορώνα
Το ξέρω, μ αγαπάς
ή με μισείς, ξέρω
Δεν με νοιάζει. Γυρίζει. Ο χρόνος γελάει. Κι εγώ γελάω που με κοιτάς, μα δεν γελάς μαζί μου. Το παιχνίδι, ένα παιχνίδι μόνο υπάρχει για σενα. Κι εμένα η τελευταία μου ευκαιρία να παραδοθώ.
Κάπου εκεί, βαθιά, κλείσε τα μάτια να μην μπορώ να βγω απο τη ζέστη, και κράτα με εκεί.
Το νόμισμα κατεβαίνει, φτάνει στα πόδια μας.
-Τώρα..λες.
Φυλάκισέ με λοιπόν, να χαθώ, να μην βρίσκω έξοδο,  μόνο φως.
Όλη η ζωή σ ενα κομμάτι ασήμι, γυρίζει, ακόμα...
Πέφτει στο χώμα, θόρυβος, και σπάει τις κλωστές που μας κρατουν ενωμένους-αιώνια εδώ, σ αυτό το ανόητο παιχνίδι.
Κορώνα-γράμματα-τίποτα-δεν ξέρω-δεν θέλω-δεν με νοιάζει.
Μόνο ο ήχος από ένα κομμάτι φεγγάρι που σκάει στη γη.
Μόνο αυτό το άδειο κουδούνισμα.
Αρκετά. Νεκροί βασιλιάδες στα πόδια μας.
-Τί περιμένεις;
Τέλος;



Βάζεις το χέρι στην τσέπη. Κάτι γυαλίζει στην παλάμη σου.
-Πες εσύ.
Ωραία....

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

προσπερνοντας

πες μου.. στέκεσαι ποτέ στην πόρτα μου, αν ξυπνήσεις κάποια νύχτα, ή το πρωί,
πηγαίνοντας στην κουζίνα για τον πρωινό καφέ σου;
εγώ λείπω-
κοιτάς μέσα, σκέφτεσαι τι άφησα φεύγοντας και τι κουβαλάω μαζί μου;
έψαξες ποτέ τα πράγματα μου, τα χαρτιά και τις σκέψεις μου, τα περιοδικά που αρνείσαι να πετάξεις γιατί εγώ αρνιόμουν να πετάξω, να βρεις κάτι,
μια εξήγηση ή μια ανάμνηση;
έξυσες τους τοίχους να σβήσουν τα γράμματα και το χρώμα,
να βρεις τον ιδρώτα μου να βρεις τον πανικό και την αυπνία μου;
εγώ λείπω τώρα- στέκεσαι ποτέ στο παράθυρό μου,
τί έβλεπα εγώ, ο απέναντι τοίχος, 5 παράθυρα, 3 οικογένειες και 1652 τούβλα...
σκέφτεσαι αν ποτέ γονάτισα αν έκλαψα αν σε μίσησα
μετρώντας;
έψαξες ποτέ να δεις αν φύλαξα την ασφάλεια που μου δωσες
στα συρτάρια στα ρούχα μου στα ράφια της βιβλιοθήκης,
ή τα σκουπίδια μου, αν την πέταξα
μαζί με όσα δεν ζήσαμε και όσα ζήσαμε μα
τελικά δεν άντεξα ή δεν θυμάμαι;
μένεις ποτέ ξύπνιος, καθισμένος στο κρεβάτι μου,
άυπνος στη δικιά μου σκέψη, ότι άδικα έφυγα, ότι ίσως
δεν ξαναγυρίσω, ότι πάει,πέρασε,προσπεράσαμε τώρα -


πες μου ρε..,εσύ
έκλαψες ποτέ
μετρώντας;

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

οχι πια φιλοι, μονο σεξ

ενα κασετοφωνο-απο τα παλια, τα μεγαλα-
δυο ροδες, ενα βαζο μελι, μια καρεκλα στο πεζοδρομιο. 
(τιποτα πιο μονιμο απο το προσωρινο,λενε.
κι οταν ακουω 'θα περασει'- τοτε ''δεν''
δεν ξερω η δεν ψαχνω η δεν εχω 
-τι;)


κι η καρεκλα εμεινε εξω πολλους χειμωνες μεχρι ν αποφασισει να τη μαζεψει 
η γιαγια μου 
αλλιως ακομα εκει θα καθομουν...


το απογευμα γυρνουσα με σκισμενα ρουχα και γονατα 
ρωτουσαν, με ποια τερατα τα βαλα παλι, γελουσαμε
πια, δεν γυρναω 
σκισμενα γονατα και ρουχα 
κι εγω ντρεπομαι 
δεν γυρναω. 
περιμενω γυμνη να με βρουν. 




τωρα, ενα κασετοφωνο, δυο ροδες, κι η μονιμοτητα μας. 
οι νυχτες, μερικα ποτα, σιγουρα πολλα τσιγαρα, ο κοσμος προχωραει λοιπον, μεγαλωνει ο κοσμος, στους δρομους η στις δουλειες του, 
εχουμε αποψη τωρα, ψηφιζουμε κιολας και διαδηλωνουμε 
η μενουμε σπιτια μας και δεν κοιμομαστε 
φασαρια
φασαρια,μαλακα - κλεισε τη μουσικη.


τωρα, στο πεζοδρομιο με μπυρες, 
καμια στοιχειωμενη απουσια.
αλλα αν με μυρισεις, 
μυριζω μελι, δρομο και κλεψιες, 
μυριζω σαπουνι, σκουληκια, και κρυφτο.
κι η καρεκλα εκεινη ακομη περιμενει 


αυτο που ημουν.
γιατι δεν ξερω αν αντεχει αυτο που εγινα,
το προσωρινο μου.
γιατι οτι πιο μονιμο ειχα ποτε 
ειναι αυτες οι δυο ροδες 
και περιμενοντας,
μεγαλωσα 


και κεινο που μου λειπει 
ειναι η τολμη 
να γυρισω πισω,παρα τα διαλυμενα μου γονατα και ονειρα, 
και να απλωσω καρεκλες σ ολα τα πεζοδρομια.
να περπαταμε ξυπολητοι αναμεσα τους, 
μεσα στα σκουπιδια και τη λασπη αυτης της σκατοπολης.
ετσι, για να βαλουμε λιγη βρωμια 
στην υπεροχη μονιμοτητα μας
και να αφησω κι εγω λασπωμενες πατημασιες
στην καρεκλα,στο τραπεζι, στα ραφια, 
ανεβαινοντας για να φτασω τον ηλιο 
(ενα βαζο μελι)  




α, και σαουντρακ, ενα κασετοφωνο, μεγαλο απο τα παλια...

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

που
με παει;
κι εγω
γιατι
ακολουθω;