Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Λεβελ 10 (πιθανώς τελευταίο)


Συγχαρητήρια

που κατάφερες να φτάσεις ως εδώ. Και έφτιαξες έναν χαρακτήρα, ένα όνομα, ένα πλαίσιο, μία ταυτότητα, ένα διαβατήριο, το κάτιτις

που κατάφερε να φτάσει ως εδώ

Θα πεθάνεις φυσικά στο τέλος, αλλά. το ανάμεσα είναι το ζόρι

το πώς περιμένεις. Όπως τα αεροδρόμια όπως οι αίθουσες αναμονής που απαγορεύεται το κάπνισμα

το πώς περνάει ο χρόνος αν όχι σε τσιγάρα

Πώς περιμένεις είναι το ζόρι.

Οι περισσότεροι φίλοι μου που δεν καπνίζουν, φύγανε στο εξωτερικό (σε ένα ιδανικό σύμπαν θα ήθελα κάποτε να το κόψω

απλά όχι σήμερα)

άλλοι μένουν. μερικοί ξοδεύουν, μερικοί ξοδεύονται, μερικοί δουλεύουν τόσο όσο πρέπει, μερικοί καθόλου, μερικοί

περνάνε ολόκληρη θάλασσα για να πεθάνουν κάπου πιο ήρεμα, και μερικοί περιμένουν στη στεριά να αποκτήσουνε ταυτότητα, μόλις δουνε τους άλλους να πλησιάζουνε τη Γη τους

Τσεκ ποιντ.

Συγχαρητήρια.

Μερικοί σπέρνουνε βόμβες-όχι στα αεροδρόμια, μάλλον: και στα αεροδρόμια, αλλά
μερικοί σπέρνουνε βόμβες ο ένας μέσα στον άλλον

και εκεί που τελειώσανε, χτίζονται μικρά εκκλησάκια που μετά ξεχνιούνται μέχρι να τα ρίξουν, για να περάσει από κει ο νέος περιφερειακός

έτσι όπως κάποιοι γεμίζουν την αναμονή, περιφερειακά, περιμένοντας μόνο

με το ζεν τους ακουμπισμένο στη βαλίτσα 

Εγώ πιο πολύ σκέφτομαι τα τσιγάρα που θα κάπνιζα, να, ο καπνός που φεύγει μόνο,  ποτέ δεν επιστρέφει, 

ένας άξονας,

να ξέρεις γύρω από ποιο άχρηστο πλαίσιο κινείσαι σήμερα, να πάρεις τα συγχαρητήρια, που διάβασες όσο έπρεπε, που μπόρεσες όσο έπρεπε και ένιωσες τις βόμβες να σκάνε μέσα σου και έξω σου με ψυχραιμία και λογική και όπως έπρεπε, που όπως έπρεπε

ερωτεύτηκες στην πρώτη ματιά, τσεκάροντας πρώτα φυσικά ταυτότητα και δίπλωμα οδήγησης και άδεια παραμονής, και ήταν αμοιβαίο (τσεκ πόιντ) μόλις σιγουρεύτηκε ότι ξέρεις από πολιτική και ζώδια

ήταν αμοιβαίο 

να πεθάνεις στο τέλος

Άλλα πέρασες τον έλεγχο, έφτασες εδώ με το πλαίσιο και το όνομα και τον χαρακτήρα σου κάτω από τη μασχάλη εισπνέοντας και εκπνέοντας ζεν

και σου αξίζουν συγχαρητήρια

και σου αξίζει ένα τσιγάρο, ακουμπώντας κουρασμένα την πλάτη στον τοίχο

-αν καταφέρεις να βρεις το καπνιστήριο στην ώρα σου.

αλλιώς, δυστυχώς, έχεις κι άλλη αναμονή

και μία ολόκληρη θάλασσα να περάσεις


Σχεδόν τσεκ πόιντ- σχεδόν γκέιμ όβερ



Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Χειμώνας



Χειμώνας-που θα πει, κουκουλώνεσαι μέχρι το κεφάλι και προχωράς με τα μάτια χαμηλωμένα
για να αποφύγεις τους ζητιάνους στο δρόμο
Μοιάζει το κρύο να μεγαλώνει τις τύψεις σου , ή οι τύψεις να μεγαλώνουν από το κρύο
Μακάρι να ήταν ο κόσμος λίγο πιο μικρός.
Τότε θα τον κάναμε κουβάρι και θα τον βάζαμε στις τσέπες μας και θα τον κρατούσαμε ζεστό
μέχρι να φτάσουμε σπίτι,
και σκέφτεσαι, ευτυχώς υπάρχει κι αυτό το σπίτι
έχω λες, κι ευτυχώς υπάρχει κι αυτό το κρεβάτι για να μπορείς να προβάλεις τα όνειρά σου
κάθε βράδυ κάτω από τα σκεπάσματα, με πανί το πάπλωμα, και θεατές
εσένα. Και το χειμώνα.

Να μου μιλάς πιο πολύ το χειμώνα, να μου μιλάς γιατι στιγμές οι λέξεις μου παγώνουν στην άκρη των χειλιών μου και φοβάμαι πώς θα ξεχάσω τη γλώσσα μας στο τέλος.
Και να μ' αγκαλιάζεις πιο πολύ το χειμώνα, όχι που κάνει κρύο, μα για να μην ξεχάσεις να χρησιμοποιείς τα χέρια σου , για να μην παγώσουν και πέσουν
Και μοιάζει αυτή η ζέστη με την ευτυχία και την πρέζα όπως ανεβαίνει σιγά σιγά στα κόκαλά μου. Μοιάζει συμπαγής η ευτυχία, την φυλάω σε κύβους στο ντουλάπι
και την ρίχνω στον καφέ τα πρωινά -κι εσύ επιμένεις να βάζεις ζάχαρη και γάλα και λες πως ο καφές μου είναι σαν δηλητήριο
είναι, το χειμώνα, δίκιο έχεις. Η ευτυχία ζεστή μπορεί να σε σκοτώσει, μα τουλάχιστον είναι φτηνή όχι σαν τη ζάχαρη και το γάλα
είναι φτηνή και ζεματάει, και
αν μπορούσα θα την έπαιρνα μαζί μου να τη μοιράσω στον κόσμο απ' έξω, μα λιώνει γρήγορα-
και στον καφέ που τη ρίχνω, δεν προλαβαίνει να φτάσει στη γλώσσα μου να δω τη γεύση της.
Αμέσως λιώνει.
Να μ'άγαπάς το χειμώνα, πιο πολύ. Γιατί μπορώ να γίνω κουβάρι εγώ, όχι σαν τον κόσμο,
και μπορείς να με κουβαλάς στην τσέπη σου
και γιατί δε λιώνω εγώ, σαν την ευτυχία
έχω γεύση, εγώ.
Και ζεματάω.


Να με διώχνεις πιο πολυ το χειμώνα- κι ας θέλω να μένω δίπλα σου.
Να με διώχνεις το χειμώνα γιατί πρέπει να βγαίνω έξω, να σου μαζεύω τις ηλίθιες αχτίνες του ήλιου που πέφτουν στη γη, που πιστεύουν θα τα βάλουν με το χειμώνα.
Διώχνε με, γιατί πρέπει να τις μαζεύω και να τις κάνω σκόνη,
να αλατίζω το φαγητό σου με ευτυχία -
αφού επιμένεις να βάζεις στον καφέ σου γάλα και ζάχαρη.
Διώχνε με το χειμώνα-
και όταν περάσει...βλέπουμε..
είναι όλα ευκολότερα την άνοιξη.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

όπως ήσυχα


πιάνει η μπύρα στη ζέστη περισσότερο, και σωπαίνω- ντρέπομαι, όπως πρέπει, για τις νύχτες που ήταν διακεκομμένες, που φτύσαμε χάμω για να σβήσουμε ανάμεσα στις συνέχειες, για να μπορέσουμε να τις καταπιούμε μικρές πιρουνιές –γιατί εγώ είδα πολλούς που κατάπιαν τον ουρανό ακέραιο, και γιατί δεν τους ξανάδα-

και ντρέπομαι για όλα τα λευκά, τα ανάμεσα στις γραμμές, που τα άφησα να γίνουνε μικρές ζωές με κεφάλι στομάχια και δέρμα, και να μασάνε τις γραμμές και να μεγαλώνουν οι άδειοι χώροι,
γιατί είπες, εδώ θα κάνουμε ένα κήπο, κι εδώ μια κούνια για τα παιδιά, κι εδώ ας αφήσουμε χώρο, ας αφήσουμε κενό κι εδώ για να χουμε κάπου να πεθάνουμε ήσυχα όπως ήσυχα 

ντρέπομαι, όπως όταν γνωριστήκαμε και ήθελα να πιάσω τις παλάμες σου και να τις φέρω πάνω μου, και να μπήξω τα δόντια μου μέχρι να τρέξει αίμα- και αντί γι αυτό σε φίλησα 

η δειλή

κι είχα αφήσει μία γραμμή στην άσφαλτο απείραχτη κι άμα την έπιανα με έφτανε σπίτι, κι είχα και μία γραμμή στο μέτωπό της που όταν την έπιανα με έβγαζε στον κόσμο και μου λέγε
πάνε φτιάξε νύχτες ολόκληρες κι αν όχι 

γκρέμισέ τες όλες, κι άσε τις μέρες μονάχα 

αλλά ήτανε που θέλαμε προσωπικό χώρο εγώ και οι φίλοι μου, και είναι που πρέπει να μοιράσουμε τον κόσμο γιατί οι γραμμές δε φτάνουν για όλους, δεν ήτανε οι γραμμές αρκετές για όλους
χύσαμε χάμω και φτιάξαμε προσωπικό χώρο και ομοιόμορφα κενά καθένας με τη μυρωδιά του και το φράχτη του, οι δειλοί

να μην κυκλώνουνε ποτέ οι γραμμές, ντρέπομαι που αφήσαμε μόνο ένα πλάτος κι ένα ύψος να χούμε κάπου να πηδάμε, κι από κάπου να πηδάμε, ύστερα 

όταν σε φίλησα ήθελα να τραβήξω με βία τα μάτια σου, και να αρχίσω να τρέχω, να τα κουβαλάω στις τσέπες μου να γεμίσει ο κόσμος με κίνδυνο να πάψει η ησυχία, κι αντί γι αυτό έκλεισα την πόρτα και θα τα πούμε, ντρέπομαι 

για τον κήπο και την κούνια και τις νύχτες τις διακεκομμένες, και το τσιγάρο που πέταξα κάτω σε κάποιο ξένο φράχτη και λέρωσα και δεν έσκυψα ποτέ να το μαζέψω, όταν σ’άφησα

να μασάς τις γραμμές πλάι μου να γίνει χώρος κι άλλος- ντρέπομαι- για τα παιδιά μας, και για τις λέξεις που δεν έχω, όταν έχω μόνο τα δόντια μου 

και μασάω τους φράχτες να περάσουν οι ώρες, κι αντί να μασάω τον ουρανό, σωπαίνω: γιατί
ντρέπομαι

για τη μπύρα και τη ζέστη στο αίμα μου

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Χωρίς συντηρητικά

Μ'αρέσει να μιλάω για το καλοκαίρι
έχω ιστορίες να πω
και λίγο ιδρωμένα χέρια που γλιστράνε καλύτερα στο χαρτί.

Όταν έγινε το Μπιγκ Μπανγκ, πρέπει να ήταν καλοκαίρι
όταν έγινε το Μπιγκ Μπανγκ, το σύμπαν από την απελπισία του ξέρασε τον εαυτό του
τριγύρω
Και στον παράδεισο: ήταν διάφοροι άνθρωποι εν αρχή, και ήρθε καλοκαίρι
έβραζε ο τόπος, έβραζαν τα κεφάλια τους και βαρέθηκαν το μεταξύ τους
και έφτιαξαν το θεό
Είναι γραμμένο στο ντιενέι μας το τέλειο, όπως και το απελπισμένο
κι έπρεπε να γίνει ένας θεός να δικαιολογεί τη μετριότητά μας, αφού
αντί για απελπισμένοι, γίναμε τέλειοι
παιδιά της ανάπτυξης και των ψυχολόγων και της συνήθειας
του ντεκαφεινέ και της μπύρας χωρίς συντηρητικά και της πληροφορίας και των λαιτ
παγωτών και
του θυμού
και
της καύλας
που εκτονώνουμε στα μαξιλάρια μας λίγο πριν πάμε για δουλειά-
ο θεός όμως καταλαβαίνει και όλα τα δικαιολογεί
αλλά.

Μ’άρεσει το καλοκαίρι
γιατί κάνει την κάθε μας κίνηση
απελπισμένη
και που και που τα βράδια ο θυμός και η καύλα ξερνάνε τον εαυτό τους στα μούτρα του θεού
και στα δικά μας
και σέρνονται να ψοφήσουν στην άκρη της ασφάλτου-
χωρίς συντηρητικά, χωρίς προσθήκη ζάχαρης και χρώματα
ο θυμός μας και τα άδεια κουτάκια μπύρας στα πόδια μας
όλα τα φτιάξαμε τέλεια αλλά χρειάζονται ψυγείο
κι η κάψα τα απελπίζει.
Τέλειοι κι εμείς 
καθ’ εικόνα και ομοίωση, και ο θεός καταλαβαίνει, αλλά δυστυχώς
η κάψα δε λυπάται.

Μ’αρέσει που γλιστράνε τα χέρια μου
μ’άρεσει καμιά φορά που παλεύω με τα μολύβια να μ’εμπιστευτούν και να μείνουν
εγώ δε θα έμενα, μα
αν ήμασταν τουλάχιστον απελπισμένοι
αν ξερνούσαμε κάθε μέρα ένα σύμπαν και δυο τρεις θεούς
και είχαμε την αξιοπρέπεια να συρθούμε απεγνωσμένοι στην άκρη της ασφάλτου


ίσως θα έπαυε να μας λυπάται ο θεός
και θ’άρχιζαν να μας λυπούνται τα καλοκαίρια

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ιδρωτας αρκετα ενηλικος

Πάντα όταν φεύγεις, βαριέμαι
εσύ νυστάζεις κι εγώ βαριέμαι
Κάθομαι κάτω, ανάμεσα στα παιχνίδια που σκορπίσαμε έξω από τα κουτιά τους, και μερικές φορές
περιμένω ότι θα ανοίξει η πόρτα, θα μπεις πάλι και θα γονατίσεις μπροστά μου
με κοκκινισμένο μέτωπο και ιδρωμένα χέρια από το καλοκαίρι, 
και να, είναι που ήθελες να παίξουμε λίγο ακόμα και γύρισες.
Κάθομαι όταν φεύγεις
και ανακατεύω τα χέρια μου και τα μάτια μου
ανακατεύω τα δεδομένα και τις πιθανότητες
και μεγαλώνω.
Το πρωί. Άκυρο αυτό με τις νύχτες τελικά.
Το πρωί: που ξυπνάς και πρέπει να περάσεις τόσες ώρες
με τα ίδια ρούχα και τα ίδια μάτια και την ίδια μάρκα τσιγάρα 
ο μόνος σου, ο ίδιος, λίγο μόνο πιο λίγος
Και αυτό με τις κυριακές άκυρο, και τους χειμώνες
Οι παρασκευές με ενοχλούν
που με παίρνει ο ύπνος στο πάτωμα ανάμεσα στα παιχνίδια που θα βαρεθώ να μαζέψω
μέχρι την επόμενη φορά
λες και η τάξη θα σε τρομάξει και θα τα παρατήσεις
και τα καλοκαίρια που κρατάνε λίγο
και γυρνάω με ξεφλουδισμένους ώμους να ρωτάω τον κόσμο
μήπως έχει ώρα
να ξέρω πόσο καλοκαίρι μένει
περνάει το μισό, με τα ίδια ρούχα και την ίδια μάρκα τσιγάρα 
και μετά είναι αργά γιατί κάπως πιάνεται η πλάτη μου ή έρχεται το βράδυ
που το βράδυ πρέπει να κοιμάσαι ή να μεγαλώνεις
όλα τα υπόλοιπα είναι ρίσκο.
Όλα ρίσκο είναι το βράδυ, το πρωί είναι εντάξει
τα δεδομένα είναι δεδομένα, τα χέρια είναι χέρια και τα μάτια είναι μάτια
μου
οι κτητικές αντωνυμίες που κάνουν τον κόσμο να τσουλάει
η τάξη σου τα παιχνίδια μου τα χέρια μας ένα δεξί κι ένα αριστερό
που μείνανε κολλημένα στο μαξιλάρι και δεν είχαμε χρόνο να τα ξεκολλήσουμε
Έτσι κι αλλιώς χαμένα θα πηγαίνανε-
όλα τα μας που αφήνουμε να υπάρχουν, μπαίνουν κάτω από το σεντόνι
και μένουν για πάντα σε μία παρασκευή, ένα καλοκαίρι, με τα πατζούρια ανοιχτά 
κοιτώντας το ταβάνι και γλείφοντας γρανίτες φράουλα
μέχρι να πεθάνουν από τη ζάχαρη
ή να πεθάνουμε εμείς
Οι κτητικές αντωνυμίες που κάνουν τον κόσμο να τσουλάει
Εμείς νυστάζουμε κι αυτές βαριούνται
εμείς
Σκορπίσαμε τα παιχνίδια μας στο πάτωμα οι παρασκευές αργούν και το καλοκαίρι λιγώνεται
και
καμία φορά σκοντάφτω
Πάντα όταν φεύγεις

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

[πολύ στο βάθος ηλεκτρονική μουσική]


Στην εξώπορτα της οικοδομής κοιμάται ένας κόπρος, μόνιμα
βγαίνει μαζί μου όταν κατεβαίνω για τσιγάρα, με τις παντόφλες και το φανελάκι εγώ,
αυτός πάντα το ίδιο πετσί, μια γούνα όλο τρίχες και σκουπίδια
κάνει ζέστη και για τους δυο μας το ίδιο
τρέχει πίσω μου, αράζει για λίγο στο πεζοδρόμιο, κι όταν γυρνάω με το τσιγάρο ήδη στο στόμα, μπαίνει πάλι μέσα
να χαζεύει από το γυαλί της πόρτας το δρόμο να βράζει
Αυτός έχει βρει ένα σπίτι
είναι ένα ευτυχισμένο σκυλί, αυτός
για το καλοκαίρι τουλάχιστον, γιατί το χειμώνα που θα στάζει λάσπες και νερά από το μαλλί του, σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να τον διώξει από την οικοδομή
αν είχα χώρο θα τον έπαιρνα στο διαμέρισμά μου- αν είχα χώρο θα έπαιρνα πολλά
Κάποιος μαγειρεύει στο διπλανό σπίτι, κι είναι Σάββατο, δεκαπέντε του αυγούστου, και φτιάχνει κρέας, μυρίζει μέχρι το μπάνιο μου , μυρίζει και στον σκύλο, γαυγίζει
του λέω, είναι μέχρι να συνηθίσεις . κάνει ζέστη για τέτοιες μυρωδιές, κάνει ζέστη για οποιαδήποτε αίσθηση, μου απαντάει με ένα μίζερο κλάμα 
αν μπορούσα να κλαψουρίσω όπως κλαψουρίζει αυτός, η ζωή μου θα ήταν λιγάκι πιο εύκολη νομίζω
- κάποιος μου είπε πως τα σκυλιά δεν μπορούν να δουν το μπλε, δεν ξέρω αν είχε δίκιο, αλλά αυτό από μόνο του
θα τα έκανε όλα λιγάκι πιο εύκολα.
θα θελα κάπως να ήμουνα αυτός ο κοπρίτης, τώρα που βρήκε και σπίτι- αλλά:
 μάλλον δεν θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο από αυτό που έτυχα.
τις περισσότερες μέρες θα ήθελα να ήμουνα σαν τον αδερφό μου ή τις πρώην μου
αλλά έκλεισα και τα 25 προχτές, και ακόμα κατεβαίνω για τσιγάρα με το φανελάκι.
καιρός να συνηθίσω τα ρούχα,
είναι περίοδος βιογραφικών ο αύγουστος .
Και ησυχίας
Κάπως το αλάτι δεν βγαίνει ποτέ από το δέρμα, και όποιος με δοκιμάσει το καταλαβαίνει
ο αύγουστος έχει σασπένς, έχει την σιωπή που σε κάνει να περιμένεις να ακούσεις
τα σίδερα από τα κάγκελα να σπάνε, ή τουλάχιστον το δέρμα σου να αλλάζει
και τελικά δεν γίνεται τίποτα, μόνο η γεύση της άμμου μόνιμα ανάμεσα στα δόντια
και κάτι ανάμικτες μυρωδιές από τις διπλανές πολυκατοικίες
Αλλά έχει σασπένς, χωρίς τύμπανα και ηλεκτρονικές μουσικές στο μπακγκράουντ, να περιμένεις
και να κοιτάς έξω από την πόρτα της οικοδομής το δρόμο να βράζει
και που και που κάποιο περαστικό χέρι να σε χαιδεύει άτσαλα και βιαστικά, ανεβαίνοντας τα σκαλιά
που δεν επιθύμησες ποτέ να ανέβεις, ούτε από περιέργεια
γιατί κάπως τ’αποφάσισες νωρίς πως η αγωνία σου είναι ο δρόμος.
Δαγκώνοντας ο ένας τον άλλον, το καταλαβαίνω, η γεύση από ιώδιο δεν βγήκε ποτέ όσο κι αν τριφτήκαμε στις ντουζιέρες ή στη βροχή ή στο νιπτήρα- κι αυτό κάνει λίγο πιο δύσκολη την κάψα τριγύρω
περίεργο, κανένα κάγκελο δεν σπάει από τη ζέστη τελικά,
και όλα συνεχίζουνε περιμένοντας
Ανοίγω την πόρτα στον σκύλο, βγαίνει έξω μαζί μου, τον χαιδεύω στο σβέρκο, στραβώνει το κεφάλι και με κοιτάει με ευγνωμοσύνη
προχωράω και σκέφτομαι, καλό ζωντανό, γεμάτο υπομονή και πείσμα.
προχωράω και δεν σκέφτομαι.
προσόντα του βιογραφικού που δεν θα τελειώσω ποτέ
για να διατηρείται η αγωνία στην αίθουσα.