Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

πανιά

καλά το παμε. τα ξηλώνουμε και τα τελευταία. 
κρεμόμαστε από κλωστές, σιγά σιγά σκίζονται κι αυτές, και δεν έχουμε δίχτυα να μας σώσουν οπότε πάει καλά. όταν πέσουμε δεν θα μείνει τίποτα. 
(θύμισέ μου να σου πω κάτι πριν φτάσουμε στον πάτο) 
πάμε καλά, δεν ήταν λίγα, ούτε που θυμάμαι πόσες σειρές είχαμε ράψει 
αλλά τώρα είναι οκ, ξηλώνουμε και τα τελευταία.
αλλάζουμε δέρμα.πάντα γυμνές, τις καρδιές μας ξηλώνουμε, και τα μάτια μας ξηλώνουμε, το σώμα μου ξηλώνουμε από το δικό σου. 
έτσι, να κρέμεται μόνος του ο καθένας μέχρι να σπάσουν οι κλωστές. δεν θέλει πολύ. 
(τί ήθελα να σου πω; ναι, θύμισέ μου πριν πέσουμε.)
έπρεπε να χουμε φτιάξει έστω ένα σεντόνι, να μας κρατήσει ή να μας κρύψει.. 
τις φλέβες μου ξηλώνεις και γω τα δόντια σου από το λαιμό μου, που τόσο μαλακά τα χες στερεώσει, προσεκτικά, μη με σημαδέψεις.. πώς να μη με σημαδέψεις;
όμως τελειώνει. πιο πολύ πόνεσε να μας φτιάξουμε, λεπτές βελόνες, ξανά και ξανά από την ίδια ανοιχτή πληγή στα πόδια μου στην κοιλιά σου και στις παλάμες, εκεί που ακουμπούσαν τα δάχτυλά μας.
τρέμοντας. 
ψέματα: πονάει τώρα, περισσότερο. 
τα καταφέραμε όμως, παει καλά.
τα ξηλώσαμε όλα, κρεμόμαστε ξέχωρα,τρέμουμε ξέχωρα, πέφτουμε κιόλας. 
σε κομμάτια.
(τί θέλω να σου πω; ξέχνα το, και κοίτα να πέσεις στα μαλακά τώρα. 
πρόσεχε και τις βελόνες. ήδη πονάει)