Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Αγρυπνία και νηστεία

Ξαπλώνω, κλείνω τα μάτια, περιμένω να με πάρει ο ύπνος.

Εν τω μεταξύ, καθαρίζω το σαλόνι, τα πάντα, βάζω σκούπα κάτω από τα έπιπλα, ξεκρεμάω τις κουρτίνες, τις πλένω, κατεβάζω τα κάδρα και ασπρίζω τους τοίχους, μαζεύω τα ρούχα από τους καναπέδες και ξεσκονίζω τα τραπέζια

Κάνω καφέ. Στο μπρίκι. Παραδοσιακά.

Καλώ όλους μας τους φίλους, λέω μαζευτείτε, έχω καινούριες ιστορίες να σας πω
Και βρίσκω το πιο ωραίο φόρεμα για μενα και το πιο καταθλιψιάρικο φεγγάρι για τη νύχτα

Έρχονται, λένε ωραίο το σπίτι σου -όμορφη είσαι,ναι, κουνάω το κεφάλι.
Πίνουμε όλοι καφέ,σκέτο, πικρό, όπως πρέπει – μ αρέσει αυτή η γεύση γιατί δε μοιάζει μ’εσένα – και με κοιτάνε

Ζητάνε να τους πω. Ιστορίες. Ιστορία. Τη γνωστή.

Ένας, με ρωτάει αν έχω κουλουράκια για τον καφέ, τον πέθανε η πίκρα. Όχι, λυπάμαι- νηστεύω.

Σε νηστεύω. κανονικά, κανονικότατα, με νερόβραστα γαμήσια τα σάββατα και αλάδωτους μεσημεριανούς καφέδες .

Θα σε νηστέψουν και οι φίλοι μας τώρα, και το τραπέζι που ακουμπούσες τα τσιγάρα σου και το πάτωμα που έπεφταν ψίχουλα από τα χέρια σου και οι τοίχοι και η νύχτα
Γι αυτό την έντυσα και έτσι όμορφα άλλωστε .

Ζητάνε, λοιπόν, την ιστορία – ‘’πάλι;’’λέω, ‘’πάλι’’, λένε

Εσύ μόνο δε ζητάς- γιατί;

Ζήτα μου – σε παρακαλώ. Ζήτα μου

κάτι , δεν ξέρω

ζήτα μου δανεικά για να πάρεις βιβλία, ζήτα μου τις πιτζάμες σου πίσω, σταμάτα με στη μέση του δρόμου και ζήτα μου να σου κάνω ψιλά για να πάρεις εισιτήριο, ζήτα μου πρωινό,μεσημεριανό, βραδινό, ζήτα μου

τον εαυτό μου.

Τους λέω την ιστορία, λίγο αλλαγμένη όπως πάντα- πώς τους κάναμε έτσι εθισμένους στα χάπι εντ;
Φαίνονται ικανοποιημένοι. Ωραία.

Να σωπάσουμε και λίγο, θέλω να κοιμηθώ.
Ξέριες, είναι τώρα καιρός που σε αγρυπνώ, δεν κουράστηκα βέβαια, μόνο οι σκέψεις μου μούδιασαν από την ακινησία

και σα να με βαρέθηκε λίγο η νύχτα. Και οι φίλοι σου.

Δεν τους αφήνω να φύγουν, ας έχω κάποιον δίπλα μου να μου ζητάει

Νηστίσιμα μόνο, βέβαια. Πικρά. Δίνω.

(όχι,

Ποτέ τον εαυτό μου- μια μέρα θα ρθεις να μου τον ζητήσεις πίσω. τον φυλάω στο κουτί σου κάτω από το κρεβάτι μου,δεν θα δυσκολευτείς)

Δίνω και τους διώχνω, πρέπει να κοιμηθώ τώρα, λυπάμαι. Έχουμε αγρυπνία αύριο
δεν μπορώ να εμφανιστώ με μαύρους κύκλους πάλι.

Και το σπίτι θέλει καθάρισμα. Το σαλόνι, οι κουρτίνες, οι τοίχοι τα χαλιά εγώ η πόλη.
Αύριο μπορεί να γυρίσεις.


Πρέπει να τα βρεις όλα τέλεια. 

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

πανιά

καλά το παμε. τα ξηλώνουμε και τα τελευταία. 
κρεμόμαστε από κλωστές, σιγά σιγά σκίζονται κι αυτές, και δεν έχουμε δίχτυα να μας σώσουν οπότε πάει καλά. όταν πέσουμε δεν θα μείνει τίποτα. 
(θύμισέ μου να σου πω κάτι πριν φτάσουμε στον πάτο) 
πάμε καλά, δεν ήταν λίγα, ούτε που θυμάμαι πόσες σειρές είχαμε ράψει 
αλλά τώρα είναι οκ, ξηλώνουμε και τα τελευταία.
αλλάζουμε δέρμα.πάντα γυμνές, τις καρδιές μας ξηλώνουμε, και τα μάτια μας ξηλώνουμε, το σώμα μου ξηλώνουμε από το δικό σου. 
έτσι, να κρέμεται μόνος του ο καθένας μέχρι να σπάσουν οι κλωστές. δεν θέλει πολύ. 
(τί ήθελα να σου πω; ναι, θύμισέ μου πριν πέσουμε.)
έπρεπε να χουμε φτιάξει έστω ένα σεντόνι, να μας κρατήσει ή να μας κρύψει.. 
τις φλέβες μου ξηλώνεις και γω τα δόντια σου από το λαιμό μου, που τόσο μαλακά τα χες στερεώσει, προσεκτικά, μη με σημαδέψεις.. πώς να μη με σημαδέψεις;
όμως τελειώνει. πιο πολύ πόνεσε να μας φτιάξουμε, λεπτές βελόνες, ξανά και ξανά από την ίδια ανοιχτή πληγή στα πόδια μου στην κοιλιά σου και στις παλάμες, εκεί που ακουμπούσαν τα δάχτυλά μας.
τρέμοντας. 
ψέματα: πονάει τώρα, περισσότερο. 
τα καταφέραμε όμως, παει καλά.
τα ξηλώσαμε όλα, κρεμόμαστε ξέχωρα,τρέμουμε ξέχωρα, πέφτουμε κιόλας. 
σε κομμάτια.
(τί θέλω να σου πω; ξέχνα το, και κοίτα να πέσεις στα μαλακά τώρα. 
πρόσεχε και τις βελόνες. ήδη πονάει)

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Σε ριπιτ


Ξυπνάω κι είσαι δίπλα μου, μ ακους, σηκώνεις το κεφάλι, ρωτάς πως κοιμήθηκα
Στην κουζίνα, βάζω καφέ, κι είσαι μέσα στην κούπα μου, και μετράς τις γουλιές μου φωνάζεις για την ανυπομονησία μου που πάντα καίγομαι στην πρώτη γουλιά
ψευτοκλαις
Ζωγραφίζεις χαμόγελα στη μούρη μου έρχεσαι και κάθεσαι μποστά στο παράθυρό μου και κολλάς με ταινία έναν ήλιο να μη δω τα σύννεφα που μαζεύτηκαν και βάζεις στα ηχεία τραγούδια που δε θυμίζουν τίποτα
να μη τρέφομαι από μνήμες άλλο, μόνο από το τώρα μου να τρέφομαι
Κι όλα αυτά είναι ήδη σαν ντεζαβού απέτυχες πολύ φοβάμαι, γιατί όλα αυτά ειναι ήδη πράγματα που θέλω να ξεχάσω, η προσπάθεια μας να συνεχίσουμε να περπατάμε ξυπόλητοι, όπως μ αρέσει και το ξέρεις, όπως μ άρεσε από παιδί, να πονάω για την αφή του κόσμου και να σου παραπονιέμαι για τις τρύπες στο χώμα και να θέλω να τις καλύψω όλες να τις κλείσω όλες τις πληγές στο πάτωμα, κι εσύ δίπλα μου φυσικά
ντεζαβού το βλέπεις; όπως όλες οι χαμένες μας μάχες
ή τότε που γύρισα σπίτι πιωμένη για πρώτη φορά, κόκκινα μάτια, με το ζόρι όρθια, με περίμενες στην πόρτα και ήθελες να μ'αγκαλιάσεις και εγώ ούρλιαζα και πάλευα να σε χτυπήσω μέχρι που γεμίσαμε αίματα κι οι δυο,και η πόρτα, και μετά με τέλειωσες πρώτη φορά, και μου ζήτησες να φτιάξω φαγητό, ενώ δεν είχαμε τίποτα σπίτι
ντεζαβού λοιπόν, να μην έχουμε τίποτα και να σε ταίζω χαρτί από τις χούφτες μου
να με κόβεις κομματάκια και να με τρως όταν κοιμάμαι, να με ανακυκλώνεις, να με φυλάς στο ψυγείο για την επόμενη μέρα σε χρωματιστά μπολάκια – ντεζαβού, να σου χαρίζω χρωματιστά χαζά πράγματα για τα γενέθλια σου γιατί σε κουράζει το ασπρόμαυρο πάτωμα (κι όμως εγώ επίτηδες άφησα εκτεθειμένο το βασιλιά μου και περιμένω).
Μεγαλώνουμε ρε, ντεζαβού κι απ'αυτό, μεγαλώνω κι εσύ δίπλα μου αποκτάς παιδιά και εγγόνια-πανέμορφα πάντα σαν εσένα- ξεχνιέσαι και με τις δουλειές σου, γράφεις ιστορίες μας μαζεύεις και μας διηγείσαι, ασπρίζεις σαν τα πιόνια σου, κι είναι ώρες που θέλω να πιάσω όλα σου τα λευκά χαρτιά και τα άδεια τετράγωνά μας και φυσικά την παρθενιά σου και να τα κάνω πάλι άνω κάτω, να τα βάψω και να τα μουτζουρώσω να τα βρεις να μαλώσουμε και για τα επόμενα δέκα χρόνια να μη μιλάμε- πάλι-
και για τα επόμενα είκοσι όποτε ξεφυλλίζεις και ψάχνεις να με βρίσκεις και να χαμογελάς
Μεγαλώνουμε κι όμως είμαστε λιγότεροι, ξεχάσαμε και να ανοίξουμε τα παράθυρα και αρρωστήσαμε τις λέξεις μας και μιλάμε με σιωπές τώρα
μα πάλι έρχεσαι και με βρίσκεις ξυπόλητη, δεν κρυώνεις εσύ, σ'αγαπώ κάπως σαν τις μνήμες που δεν αφήνω, σ'αγαπώ κάπως σαν ντεζαβού, σε πεινάω κάπως σαν την αίσθηση της λάσπης στις γυμνές σου πατούσες και σε πατάω κάθε βράδυ με φρέσκο, φρέσκο μελάνι στις φλέβες μου για να μη σβήσεις
κι οι στιγμές μας ξύπολητες έρχονται και μας ζητιανεύουν να τις μετρήσουμε να δούμε πόσο ψήλωσαν
στην ίδια πόρτα που δεν ξεπλύναμε, μόνο σημαδέψαμε με μολύβι πάνω στα αίματα με εκατοστά να ψηλώνουμε, μην τα αφηνεις να σβήσουν, ξέρεις τώρα, σ'αγαπώ με dejavou και επαναλήψεις, με μέτρα και χιλιόμετρα
Ξέρω, είναι δύσκολο να ζωγραφίζεσαι κάθε μέρα από την αρχή κι ακόμα πιο δύσκολο να ασπρίζεις κάθε νύχτα και δε φτάνεις να μετρήσεις πια, κι ανεβαίνεις σε καρέκλες και φοβάσαι μην πέσεις και χτυπήσεις γιατί ποιός σε περιμένει μετά..
μα εγώ πάλι αν χρειαστεί θα το γκρεμίσω αυτό το σπιτί θα τη ρίξω αυτή την πόρτα, θα ξαναπιώ για πρώτη φορά θα σε χτυπήσω για πρώτη φορά θα σ αφήσω να με τελειώσεις για πρώτη φορά σε μια καινούρια πόρτα
απ την αρχή χαμηλά, να φτάνεις πάλι να σημαδεύεις στιγμές και να ψηλώνεις.
κι εγώ δίπλα σου, πάντα λίγα εκατοστά πιο κάτω- όμως αλήθεια,
πασχίζω να στηριχτώ στις μύτες κάθε πρωί, αλήθεια, για να βρισκεις στο παράθυρό σου τον ήλιο-και μη βιάζεσαι,μη βάζεις παπούτσια, δεν φεύγουμε ακόμα-
έμεινε τόσος πολύς χώρος στο χώμα μου να γεμίσεις με τα βήματα σου – και, θες; τώρα αμέσως θα τη ρίξω την πόρτα που σε τρομάζει. Ψήλωνε κι εγώ θα μετράω.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

(χωρίς)


Θυμάμαι που μας μαθαίνανε να περνάμε το δρόμο, πράσινο κόκκινο, ενίοτε πορτοκαλί
τότε, εγώ βιαζόμουν να τρέξω γιατι τελειώνει το πράσινο, κι η μάνα μου μου εξηγούσε ότι είναι το αντίθετο,
δεν τελειώνει το πράσινο μα αρχίζει το κόκκινο και πρέπει να μείνω εκεί να περιμένω
Υστερα στο σπίτι, κολλούσε δείκτες σ’ένα πλαστικό πιάτο και όλα αποκτούσαν σειρά και λογική, όλα γινόταν χρόνος, κομματάκια κομματάκια
Άμα τα βαζες όλα κάτω, φανάρια και ρολόγια, είχες τρία λεπτά πράσινο, τρία κόκκινο
κι ενίοτε πορτοκαλί, αλλά δεν κάθισα ποτέ να το μετρήσω- σύνεχισα να τρέχω και να βιάζομαι να περάσω απέναντι
Ξέροντας πάντα ότι κάνω λάθος, πως το σωστό είναι να μείνεις εκεί να περιμένεις
τη σειρά σου
πάντα- ότι κι αν γίνει- μένεις και περιμένεις και
δεν έχει σημασία τι κουβαλάς, πόσο βάρος σηκώνουν οι ώμοι σου, πού πας ή τι κυνηγάς
Όμως ποιος νοιάζεται για τις ‘’παρά’’ του ρολογιού;
Παρά σημαίνει να σαι λιγότερος, να σαι πάντα αυτό που κάποιος περιμένει να περάσει για να ρθει το καλό,το μεγάλο, το κάτι
(Βάλε μου το μεγάλο δείχτη στο δώδεκα και ότι ώρα και να μου δείξεις, θα στην πω
σωστά-θα ναι ακριβώς)
Κι είχα και το πρόβλημα πώς μια ζωή δεν με νοιάξανε οι απαντήσεις, οι ερωτήσεις με νοιάζανε, κι έβαζα πάντα το σώμα μου μπροστά σε όλα τα τέρατα που συναντούσα,
σαν αλεξικέραυνο που αντί να τραβάει τις αστραπές παλεύει να ρουφήξει τα
αστέρια, κι επιμένει – κι έτσι με διώξαν από το σπίτι
γιατί θα βαζανε στην ταράτσα μας γλάστρες και θάμνους αρωματκούς, κι εγώ πήγα και φύτεψα πτώματα λέξεων που έβρισκα πίσω από τον πάγκο της κουζίνας και μονωτικά καλώδια, μπας και σώσω λιγάκι ουρανό-γι αυτά με διώξανε
ε,και φυσικά για τα πορτοκαλί φανάρια που συνέχισα να περνάω.
Κι εδώ που φτάσαμε,καλύτερα έτσι, άμα είσαι διωγμένος μπορείς να γίνεις ξένος, μπορείς να μαζεύεις ότι θες από τα σκουπίδια του δρόμου
Μπορείς να γράφεις ποιήματα χωρίς λέξεις και να διαβάζεις τα χρώματα
Και να αποφασίζεις τι ώρα είναι ανάλογα με τη νύστα σου και την πείνα σου
Ώρα για ύπνο και ώρα για φαί
Ακριβώς, ούτε ‘’και’’ ούτε ‘’παρά’’, δεν είναι αργά για τίποτα και δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα
Κι άμα είσαι διωγμένος, δεν σε απασχολεί και πολύ να απαντήσεις
μόνο να προλάβεις να περάσεις απέναντι το φανάρι και –φυσικά-
να σώσεις τον ουρανό
από τον ηλεκτρικό παροξυσμό που σε πιάνει τις νύχτες .
και δεν είναι που κρατάω κακία γιατί με διώξανε, αλλά κάπως πρέπει κι εγώ να ταίσω τις τύψεις που φορτώθηκα
για όσα σωστά μου μάθανε- χαλάλι τους ο ουρανός- να που βρήκα τρόπο
και εκδικούμαι
με όλες τις σελίδες που σκότωσα και με όλες τις σελίδες
που γεννησα και άφησα
χωρίς τίτλο