Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

μπαιπολαρ

οργη το λενε.
''μη γελας, μαλακα.''
τον χτυπησα στο προσωπο με τη γροθια μου, εκλεισα τα ματια, εκανα δυο βηματα πισω. τιποτα, μονο ενα ιδρωμενο αποτυπωμα στο μαγουλο του.
δεν γελουσε, ομως- εστω, σκεφτηκα.
περιμενα για λιγο απραγη, μετα ''δεν θα με χτυπησεις;'' ρωτησα. αν εκανε την κινηση, μοναχα την απλη κινηση να σηκωσει τη γροθια του, θα χα το δικαιωμα, θα χα καθε δικαιωμα να τον χτυπησω ξανα, και ξανα και ξανα και ξανα μεχρι να εξατμιστει απο το κεφαλι μου το προσωπο του και μεχρι να ματωσω τα δαχτυλα μου και μεχρι να ξεχασω κι εγω κι εκεινος τι σημαινει πονος.
αρχισε να γελαει ξανα.
''θα κανω ενα τσιγαρο''- εβγαλε απο την κωλοτσεπη τον καπνο, εστριψε, χωρις να με κοιταει, κι αφησε στην παλαμη μου το ετοιμο τσιγαρο.
αναψα, δεν τον κοιτουσα ουτε εγω.
''μην κλαις, μαλακα.''
ξαφνιαστηκα-φυσηξε τον καπνο στο προσωπο μου και σταυρωσε τα χερια στο στηθος. τι διαολο περιμενει;
''δεν θες να με χτυπησεις;'' ρωτησα ξανα, ελπιζοντας ακομα, και χωρις να εχω ξεσφιξει τη γροθια μου. με φανταστηκα να τον ριχνω κατω να τον κλωτσαω, αυτος να καλυπτει το προσωπο του, να φωναζει, με φανταστηκα να γονατιζω διπλα του, κι αλλες γροθιες, κι αλλες κι αλλες, αιμα και ''συγγνωμη'' κι εγω αναμεσα σε κλοτσιες, ''γελουσες μαλακα, γελουσες;'', να μην μπορω να σταματησω,τωρα με τα δυο χερια, με τα νυχια με τα δοντια μεχρι να μην υπαρχει μεχρι να γινει πολλα μικρα κομματια πονου, πεταμενα στο δρομο, ματωμενα και αδιαφορα, μικρα κομματια μετανοιας και συγγνωμης που θα τα μαζεψω με την παλαμη μου και θα τα πεταξω- αλλα οχι ακομη, κι αλλες γροθιες κι αλλες κι αλλες, νιωθω το σωμα του να ιδρωνει και να μελανιαζει και να ποναει, ισως πρεπει να τον πιασω τωρα και να τον πνιξω, αυτο ειναι: σφιφγγω τα δαχτυλα μου γυρω απο το λαιμο του, νιωθω τον αερα να σταματαει εκει που κλεινουν οι παλαμες μου, αυτο ειναι, ''τωρα δεν γελας; δεν γελας ε;''-
ομως δεν με χτυπουσε. απλα στεκοταν εκει καπνιζε και περιμενε.
''μην κλαις ρε.'' πεταξε τη γοπα και την πατησε. πλησιασε. ''οκει, μην κλαις.''
ηθελα να του φωναξω σε μισω, ηθελα να καταλαβει επιτελους ποσο κακο μου ειχε κανει, ηθελα να τον πονεσω με λεξεις με νυχιες με κλωτσιες..δεν εκανα τιποτα. τον αφηνα να πλησιαζει.
πηρε το τσιγαρο απο το στομα μου, το πεταξε, επιασε τους καρπους μου.
με φιλησε στο μετωπο. ηθελα να τον σκοτωσω.

κοιμηθηκαμε αγκαλια- οπως παντα.
''ειναι ενταξει'', συνεχως ψιθυριζε στο αυτι μου, κι εγω ορκιστηκα να τον πνιξω την ωρα που κοιμαται ή το πρωι, οταν μου φερει τον καφε-
ναι,οπως παντα.

1 σχόλιο: