Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

(χωρίς)


Θυμάμαι που μας μαθαίνανε να περνάμε το δρόμο, πράσινο κόκκινο, ενίοτε πορτοκαλί
τότε, εγώ βιαζόμουν να τρέξω γιατι τελειώνει το πράσινο, κι η μάνα μου μου εξηγούσε ότι είναι το αντίθετο,
δεν τελειώνει το πράσινο μα αρχίζει το κόκκινο και πρέπει να μείνω εκεί να περιμένω
Υστερα στο σπίτι, κολλούσε δείκτες σ’ένα πλαστικό πιάτο και όλα αποκτούσαν σειρά και λογική, όλα γινόταν χρόνος, κομματάκια κομματάκια
Άμα τα βαζες όλα κάτω, φανάρια και ρολόγια, είχες τρία λεπτά πράσινο, τρία κόκκινο
κι ενίοτε πορτοκαλί, αλλά δεν κάθισα ποτέ να το μετρήσω- σύνεχισα να τρέχω και να βιάζομαι να περάσω απέναντι
Ξέροντας πάντα ότι κάνω λάθος, πως το σωστό είναι να μείνεις εκεί να περιμένεις
τη σειρά σου
πάντα- ότι κι αν γίνει- μένεις και περιμένεις και
δεν έχει σημασία τι κουβαλάς, πόσο βάρος σηκώνουν οι ώμοι σου, πού πας ή τι κυνηγάς
Όμως ποιος νοιάζεται για τις ‘’παρά’’ του ρολογιού;
Παρά σημαίνει να σαι λιγότερος, να σαι πάντα αυτό που κάποιος περιμένει να περάσει για να ρθει το καλό,το μεγάλο, το κάτι
(Βάλε μου το μεγάλο δείχτη στο δώδεκα και ότι ώρα και να μου δείξεις, θα στην πω
σωστά-θα ναι ακριβώς)
Κι είχα και το πρόβλημα πώς μια ζωή δεν με νοιάξανε οι απαντήσεις, οι ερωτήσεις με νοιάζανε, κι έβαζα πάντα το σώμα μου μπροστά σε όλα τα τέρατα που συναντούσα,
σαν αλεξικέραυνο που αντί να τραβάει τις αστραπές παλεύει να ρουφήξει τα
αστέρια, κι επιμένει – κι έτσι με διώξαν από το σπίτι
γιατί θα βαζανε στην ταράτσα μας γλάστρες και θάμνους αρωματκούς, κι εγώ πήγα και φύτεψα πτώματα λέξεων που έβρισκα πίσω από τον πάγκο της κουζίνας και μονωτικά καλώδια, μπας και σώσω λιγάκι ουρανό-γι αυτά με διώξανε
ε,και φυσικά για τα πορτοκαλί φανάρια που συνέχισα να περνάω.
Κι εδώ που φτάσαμε,καλύτερα έτσι, άμα είσαι διωγμένος μπορείς να γίνεις ξένος, μπορείς να μαζεύεις ότι θες από τα σκουπίδια του δρόμου
Μπορείς να γράφεις ποιήματα χωρίς λέξεις και να διαβάζεις τα χρώματα
Και να αποφασίζεις τι ώρα είναι ανάλογα με τη νύστα σου και την πείνα σου
Ώρα για ύπνο και ώρα για φαί
Ακριβώς, ούτε ‘’και’’ ούτε ‘’παρά’’, δεν είναι αργά για τίποτα και δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα
Κι άμα είσαι διωγμένος, δεν σε απασχολεί και πολύ να απαντήσεις
μόνο να προλάβεις να περάσεις απέναντι το φανάρι και –φυσικά-
να σώσεις τον ουρανό
από τον ηλεκτρικό παροξυσμό που σε πιάνει τις νύχτες .
και δεν είναι που κρατάω κακία γιατί με διώξανε, αλλά κάπως πρέπει κι εγώ να ταίσω τις τύψεις που φορτώθηκα
για όσα σωστά μου μάθανε- χαλάλι τους ο ουρανός- να που βρήκα τρόπο
και εκδικούμαι
με όλες τις σελίδες που σκότωσα και με όλες τις σελίδες
που γεννησα και άφησα
χωρίς τίτλο

1 σχόλιο:

  1. Πολύ όμορφο κείμενο.
    Και το σημείο με τα φανάρια και όλη η αίσθηση της αντίληψης του χρόνου μου είναι φοβερά γνώριμες.
    Καλή συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή