Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

μουτζουρες που σταζουν



Φοραω ακομα τα ρουχα σου. Ακομα κατι που δεν εχει νοημα πλεον. Εχουν πλυθει και ξαναπλυθει και ξαναπλυθει. Κανενα οικειο αρωμα  καμια αναμνηση και ναι, σιγουρα δεν εχω την ψευδαισθηση ότι μπορω πια να σε βρω, γιατι προσπαθησα πολύ για να σε χασω, σ αυτή τη βασανιστικη καθαριοτητα σ αυτή την αισθηση φρεσκαδας-όχι άλλη ζεστασια ανθωπινου κορμιου και επαφης και ασφαλειας.

Βγαινω από το σπιτι και προσποιουμαι ότι ειμαι εσυ και ξεχναω κι εγω, προσπερναω κι εγω κι αδιαφορω. Δεν ξερω που θα πηγαινες και τι θα εκανες, ξερω  πως καποτε προχωρουσες  με το χερι σου στο δικο μου ξερω πως καποτε με κοιτουσες στα ματια πως υπηρξαμε πως δεν αντεξαμε κι ότι πια περναω μπροστα από καθρεφτες και βιτρινες και βλεπω εμενα μονο και ειμαι εγω χωρις χερια και χωρις ματια. Ειμαι εγω με τους ωμους σφιγμενους γιατι ο χρονος φυσαει αντιθετα, με παει προς τα πισω το ρευμα, μα πισω παλι, δεν υπαρχει κανεις, δεν περναει η ωρα στη μοναξια, κι είναι κι αυτή η αναγκη που δεν αντεχεται. Γι αυτό πας κι εσυ αντιθετα στον αερα;

Εχω και κατι αλλα, χαρτακια από τα τσιγαρα σου και μια εικονα σου να καπνιζεις, που δεν τα χω πεταξει. Απλα κάθε οκτωβρη τα ανεβαζω στην ταρατσα,καθομαι και περιμενω τον  αερα να τα σκορπισει . Το τσιγαρο εχει την ιδια γευση ακομα, ο καφες είναι καυτος , ο κοσμος κρυβεται, όπως κάθε οκτωβρη. Μα στην ταρατσα μου παλι δεν θα φυσηξει, μονο συννεφα, κι αυτος ο ηλιθιος ηλιος που παριστανει τον ηρωα και προσπαθει να μπει στο μυαλο μου να γλιτωσει τα χιονια. Μα πανε χρονια που χιονιζει κι εδώ.
Απλωνω κουβαδες , Τα μαζευω τα χιονια που πεφτουν, για να χω να πινω νερο το καλοκαιρι. Όταν καπνιζεις χωρις να ξεπλενεις το στομα σου, ειχες δικιο, το στομα ξεραινεται-και τοτε είναι που παραπανω ζηταει το φιλι.

Κακος οιωνος κι η διψα, σαν τον κοκκινο ουρανο και τα παιδια που κλαινε.

Με βλεπουν στα ξενα ρουχα,πλησιαζω και σωπαινουν. Ησυχαζουν όπως ησυχασα διπλα σου εγω. Καθομαι λιγο,παιζω μαζι τους. Λερωνω ξανα και ξανα τα ρουχα σου. Μου ζητανε να ζωγραφισουμε, τα βγαζω, κι αυτά γινονται σπιτια, σωματα, δεντρα και τερατα στις ντουλαπες (τους λεω εχω κι εγω ένα στη δικη μου), παλαμες παιδικες και ενας σουπερμαν που θα σωσει τον κοσμο. Μουτζουρες γινεσαι και παραμυθια.
Τ’αφηνω για λιγο να κοιμουνται πανω στις ζωγραφιες τους.Μετα ησυχα, τα φοραω ξανα, καποιο ξυπναει και κλαει, μα τρεχω τωρα μηπως προλαβω, και δε με φτασει ο οιωνος.

Ωρες περασαν κοιταζω απ το παραθυρο και περιμενω.  

Μολις στεγνωσουν, θα βαλω καφε και θα ντυθω μουτζουρα,παλι.

Μα δε θα βγω σημερα από το σπιτι-

είναι αυτος ο κοκκινος ουρανος,που με τρομαζει-

είναι και τα ρουχα σου στη ντουλαπα… 

2 σχόλια:

  1. Με τους ώμους σφιγμένους...
    Και να γυρίζεις σπίτι από μια βόλτα και να νιώθεις ότι είχες πάει για σκάψιμο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω και η καρδιά σφίγγεται,όπως οι ώμοι (δε θέλω και πολύ...ούτε παραγγελία να τόχα τέτοιο ανάγνωσμα)
    Εύχομαι...τι να ευχηθώ που να μην είναι παράταιρο;
    Οτι εσύ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή