Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

όταν δεν ζαλίζεσαι

Πιες, θα πιω κι εγώ, ώσπου να αρχίσουν τα φώτα να σβήνουν,
μόνο μερικά ποτήρια ακόμα,
για όλα αυτά που στέγνωσαν από τον ήλιο,
που ξεράθηκαν από το χρόνο
και σάπισαν και λερώνουν το πάτωμα, και κολλάνε στην ανάσα μας
και γεμίζουν τα κενά.
Λίγο ακόμα, για να μην χρειαστεί να εξηγήσω
για να μην πρέπει να καθαρίσω τα μάτια μου από τα σκουπίδια
για να μπορώ να σε κοιτάξω
όπως κοιτάς τον κόσμο, χωρίς απορία, μέσα από ένα πλαστικό ποτήρι,
για να μυρίζω όπως μυρίζεις
και να παλεύεις όπως παλεύω.
Ημερεύω με τον ήλιο, μα
δεν έχω δύναμη τις νύχτες, γλιστράνε οι δρόμοι από τον ιδρώτα
σέρνονται οι ώρες
γιατί είναι δίχως σου,
και αφήνουν στο δέρμα μου τα σάλια τους – και λίγο λίγο
ρουφάνε το αίμα
δεν έχω δύναμη να κυνηγήσω, να φέρω κρέας στο κρεβάτι, να φέρω χώμα να ξεπλυθείς.
πιες, θα πιω κ εγώ, θα ζαλιστεί η πείνα
θα γλιστρήσω μαζί με τους δρόμους
μέχρι να αρχίσουν τα φώτα να σβήνουν.
Ακόμα λίγο, να αδειάσει το μπουκάλι,
να γεμίσει η νύχτα
να πεθάνουν οι ώρες, που είναι δίχως.
Να έχω δύναμη πάλι.
Πίνε, μέχρι να φτάσεις στο πιο βαθύ μου αίμα, μέχρι το μαύρο μου
μέχρι να τρέξω παντού πάνω σου,
χωρίς να γλιστράω, χωρίς να απορώ
σαν να ναι μέρα.

Σαν να ναι η μέρα που με χάνεις,
πίνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου