Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

[πολύ στο βάθος ηλεκτρονική μουσική]


Στην εξώπορτα της οικοδομής κοιμάται ένας κόπρος, μόνιμα
βγαίνει μαζί μου όταν κατεβαίνω για τσιγάρα, με τις παντόφλες και το φανελάκι εγώ,
αυτός πάντα το ίδιο πετσί, μια γούνα όλο τρίχες και σκουπίδια
κάνει ζέστη και για τους δυο μας το ίδιο
τρέχει πίσω μου, αράζει για λίγο στο πεζοδρόμιο, κι όταν γυρνάω με το τσιγάρο ήδη στο στόμα, μπαίνει πάλι μέσα
να χαζεύει από το γυαλί της πόρτας το δρόμο να βράζει
Αυτός έχει βρει ένα σπίτι
είναι ένα ευτυχισμένο σκυλί, αυτός
για το καλοκαίρι τουλάχιστον, γιατί το χειμώνα που θα στάζει λάσπες και νερά από το μαλλί του, σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να τον διώξει από την οικοδομή
αν είχα χώρο θα τον έπαιρνα στο διαμέρισμά μου- αν είχα χώρο θα έπαιρνα πολλά
Κάποιος μαγειρεύει στο διπλανό σπίτι, κι είναι Σάββατο, δεκαπέντε του αυγούστου, και φτιάχνει κρέας, μυρίζει μέχρι το μπάνιο μου , μυρίζει και στον σκύλο, γαυγίζει
του λέω, είναι μέχρι να συνηθίσεις . κάνει ζέστη για τέτοιες μυρωδιές, κάνει ζέστη για οποιαδήποτε αίσθηση, μου απαντάει με ένα μίζερο κλάμα 
αν μπορούσα να κλαψουρίσω όπως κλαψουρίζει αυτός, η ζωή μου θα ήταν λιγάκι πιο εύκολη νομίζω
- κάποιος μου είπε πως τα σκυλιά δεν μπορούν να δουν το μπλε, δεν ξέρω αν είχε δίκιο, αλλά αυτό από μόνο του
θα τα έκανε όλα λιγάκι πιο εύκολα.
θα θελα κάπως να ήμουνα αυτός ο κοπρίτης, τώρα που βρήκε και σπίτι- αλλά:
 μάλλον δεν θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο από αυτό που έτυχα.
τις περισσότερες μέρες θα ήθελα να ήμουνα σαν τον αδερφό μου ή τις πρώην μου
αλλά έκλεισα και τα 25 προχτές, και ακόμα κατεβαίνω για τσιγάρα με το φανελάκι.
καιρός να συνηθίσω τα ρούχα,
είναι περίοδος βιογραφικών ο αύγουστος .
Και ησυχίας
Κάπως το αλάτι δεν βγαίνει ποτέ από το δέρμα, και όποιος με δοκιμάσει το καταλαβαίνει
ο αύγουστος έχει σασπένς, έχει την σιωπή που σε κάνει να περιμένεις να ακούσεις
τα σίδερα από τα κάγκελα να σπάνε, ή τουλάχιστον το δέρμα σου να αλλάζει
και τελικά δεν γίνεται τίποτα, μόνο η γεύση της άμμου μόνιμα ανάμεσα στα δόντια
και κάτι ανάμικτες μυρωδιές από τις διπλανές πολυκατοικίες
Αλλά έχει σασπένς, χωρίς τύμπανα και ηλεκτρονικές μουσικές στο μπακγκράουντ, να περιμένεις
και να κοιτάς έξω από την πόρτα της οικοδομής το δρόμο να βράζει
και που και που κάποιο περαστικό χέρι να σε χαιδεύει άτσαλα και βιαστικά, ανεβαίνοντας τα σκαλιά
που δεν επιθύμησες ποτέ να ανέβεις, ούτε από περιέργεια
γιατί κάπως τ’αποφάσισες νωρίς πως η αγωνία σου είναι ο δρόμος.
Δαγκώνοντας ο ένας τον άλλον, το καταλαβαίνω, η γεύση από ιώδιο δεν βγήκε ποτέ όσο κι αν τριφτήκαμε στις ντουζιέρες ή στη βροχή ή στο νιπτήρα- κι αυτό κάνει λίγο πιο δύσκολη την κάψα τριγύρω
περίεργο, κανένα κάγκελο δεν σπάει από τη ζέστη τελικά,
και όλα συνεχίζουνε περιμένοντας
Ανοίγω την πόρτα στον σκύλο, βγαίνει έξω μαζί μου, τον χαιδεύω στο σβέρκο, στραβώνει το κεφάλι και με κοιτάει με ευγνωμοσύνη
προχωράω και σκέφτομαι, καλό ζωντανό, γεμάτο υπομονή και πείσμα.
προχωράω και δεν σκέφτομαι.
προσόντα του βιογραφικού που δεν θα τελειώσω ποτέ
για να διατηρείται η αγωνία στην αίθουσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου