Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Χωρίς συντηρητικά

Μ'αρέσει να μιλάω για το καλοκαίρι
έχω ιστορίες να πω
και λίγο ιδρωμένα χέρια που γλιστράνε καλύτερα στο χαρτί.

Όταν έγινε το Μπιγκ Μπανγκ, πρέπει να ήταν καλοκαίρι
όταν έγινε το Μπιγκ Μπανγκ, το σύμπαν από την απελπισία του ξέρασε τον εαυτό του
τριγύρω
Και στον παράδεισο: ήταν διάφοροι άνθρωποι εν αρχή, και ήρθε καλοκαίρι
έβραζε ο τόπος, έβραζαν τα κεφάλια τους και βαρέθηκαν το μεταξύ τους
και έφτιαξαν το θεό
Είναι γραμμένο στο ντιενέι μας το τέλειο, όπως και το απελπισμένο
κι έπρεπε να γίνει ένας θεός να δικαιολογεί τη μετριότητά μας, αφού
αντί για απελπισμένοι, γίναμε τέλειοι
παιδιά της ανάπτυξης και των ψυχολόγων και της συνήθειας
του ντεκαφεινέ και της μπύρας χωρίς συντηρητικά και της πληροφορίας και των λαιτ
παγωτών και
του θυμού
και
της καύλας
που εκτονώνουμε στα μαξιλάρια μας λίγο πριν πάμε για δουλειά-
ο θεός όμως καταλαβαίνει και όλα τα δικαιολογεί
αλλά.

Μ’άρεσει το καλοκαίρι
γιατί κάνει την κάθε μας κίνηση
απελπισμένη
και που και που τα βράδια ο θυμός και η καύλα ξερνάνε τον εαυτό τους στα μούτρα του θεού
και στα δικά μας
και σέρνονται να ψοφήσουν στην άκρη της ασφάλτου-
χωρίς συντηρητικά, χωρίς προσθήκη ζάχαρης και χρώματα
ο θυμός μας και τα άδεια κουτάκια μπύρας στα πόδια μας
όλα τα φτιάξαμε τέλεια αλλά χρειάζονται ψυγείο
κι η κάψα τα απελπίζει.
Τέλειοι κι εμείς 
καθ’ εικόνα και ομοίωση, και ο θεός καταλαβαίνει, αλλά δυστυχώς
η κάψα δε λυπάται.

Μ’αρέσει που γλιστράνε τα χέρια μου
μ’άρεσει καμιά φορά που παλεύω με τα μολύβια να μ’εμπιστευτούν και να μείνουν
εγώ δε θα έμενα, μα
αν ήμασταν τουλάχιστον απελπισμένοι
αν ξερνούσαμε κάθε μέρα ένα σύμπαν και δυο τρεις θεούς
και είχαμε την αξιοπρέπεια να συρθούμε απεγνωσμένοι στην άκρη της ασφάλτου


ίσως θα έπαυε να μας λυπάται ο θεός
και θ’άρχιζαν να μας λυπούνται τα καλοκαίρια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου