Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Kι ο Αβελ γυρισε πλευρο κι αναρρωτηθηκε αν θα μπορουσε ποτε να συγχωρεσει
κι ο θεος τρομαξε απ τον αναστεναγμο του
κι εκρυψε το φιδι στα ποδια του μην σηκωθει και τον ψαξει.
κι Ακουμπησε στην ακρη του παραθυρου,
κανενα πατζουρι ανοιχτο,
και ετριψε με την παλαμη του τα σημαδια στις χουφτες του
ευχομενος ανωφελα
να μην τον ειχε στειλει εκει κατω.

κι εδω κατω κανει κρυο και κανει φοβο και εκδικηση και τιμωρια
κανει ψεμα
και ο ανθρωπος δεν φοβαται την τιμωρια
μα φοβαται το δικο του χερι
-εκατον εικοσι χτυπηματα γιατι φοβαται το μαστιγιο

Στα γονατα τωρα

κι η δυναμη στα δαχτυλα του
ειναι η δυναμη στα ποδια του ελαφιου

να τρεξει
να τρεξει
λιγο παραπανω μεχρι να το πιασει το λιονταρι
μεχρι να μπει στο δερμα του ο χειμωνας

Και παλι ο Αβελ τρεμει στο κρεβατι του
κι ο θεος μαζευει τα χαρτια του
τα σκορπαει τα σκιζει

κι υστερα δεν ξερει
τι παρακατω;


ενα αταραξ
και στο κρεβατι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου