support

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Πανε μηνες που εφυγα απο εκει. 
τωρα στους  τοιχους ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και ΠΩΛΕΙΤΑΙ
και απο κατω ο αριθμος της πυροσβεστικης, του ψυχιατρου και του Αλλοδαπων.
πανε μηνες που δεν μενω εκει 
Απλα μενω: υπομενω, απομενω και τα σχετικα 
και τα χερια, τα νυχια, η κοιλια και το δερμα μου, δεν ανηκουν τωρα πουθενα 
ακατοικητα.
ερχονται και χτυπανε και φευγουν απραγοι 
πυροσβεστες γιατροι και μεταναστες, και καθε μερα 
η ιδια ετοιμοθανατη γρια με τα ματια σου. 
ειναι τωρα κοντα δεκα μηνες και κατι δευτερες- δε βαριεται. 
τα παραθυρα πιασανε μουχλα στις ακρες και εντομα με δισεκατομμυρια τριχωτα ποδια 
τρωνε τα πατωματα, και σταζει η υγρασια τους στο μετωπο μου 
και κομματια φαγωμενου ξυλου γδερνουν τα μαγουλα μου 
και καινε τα ματια μου τα ματια της.
καιρος ειναι. 
κοιμαμαι σε κατι ξενοδοχεια, απ αυτα που κρυβουν οι τοιχοι και τα φωτα,
μερικες φορες απλα δεν κοιμαμαι, συνεχιζω να περπατω 
και ξεχνιεμαι χτιζοντας σπιτια, γραφοντας τεραστια και μεγαλειωδη μυθιστορηματα, οργανωνοντας γιορτες
 φτιαχνω απο αλατι και ξυλο καρεκλες και τραπεζια κι επιπλωνω τα αδεια μου δωματια
για να μεινουμε μαζι μια μερα- 
(θα σου κανω χωρο και στο κρεβατι και θα μενουμε μαζι και θα κοιμομαστε μαζι τα σαββατα 
και θα σου φερνω στο κρεβατι ζωγραφιες ξενων παιδιων,
 αφου εδωσες τα δικα μας σ'εκεινη τη γρια να τα χει στηριγματα να περπαταει- 
θα ψαχνω τα ξενα σκουπιδια και θα βρισκω ζωγραφιες, αφου σ αρεσουν).






και επιτελους 


Κατεβαστε πια το ΠΩΛΕΙΤΑΙ! 
ξηλωσε το ρε γαμωτο, βγαλτο, ειμαι εδω 
τιποτα δεν ενοικιαζεται, κανεις δεν θα ζησει σ αυτα τα ιδια τα χερια και τα πνευμονια, 
εστησα και παγιδες να πεσετε μεσα.
 ακατοικητα να μενουν. 


γιατι παει καιρος : ουτε πατωματα ουτε παραθυρα να βλεπουν τον ηλιο 


απομενω ηδη
καπου αλλου. 

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

μουτζουρες που σταζουν



Φοραω ακομα τα ρουχα σου. Ακομα κατι που δεν εχει νοημα πλεον. Εχουν πλυθει και ξαναπλυθει και ξαναπλυθει. Κανενα οικειο αρωμα  καμια αναμνηση και ναι, σιγουρα δεν εχω την ψευδαισθηση ότι μπορω πια να σε βρω, γιατι προσπαθησα πολύ για να σε χασω, σ αυτή τη βασανιστικη καθαριοτητα σ αυτή την αισθηση φρεσκαδας-όχι άλλη ζεστασια ανθωπινου κορμιου και επαφης και ασφαλειας.

Βγαινω από το σπιτι και προσποιουμαι ότι ειμαι εσυ και ξεχναω κι εγω, προσπερναω κι εγω κι αδιαφορω. Δεν ξερω που θα πηγαινες και τι θα εκανες, ξερω  πως καποτε προχωρουσες  με το χερι σου στο δικο μου ξερω πως καποτε με κοιτουσες στα ματια πως υπηρξαμε πως δεν αντεξαμε κι ότι πια περναω μπροστα από καθρεφτες και βιτρινες και βλεπω εμενα μονο και ειμαι εγω χωρις χερια και χωρις ματια. Ειμαι εγω με τους ωμους σφιγμενους γιατι ο χρονος φυσαει αντιθετα, με παει προς τα πισω το ρευμα, μα πισω παλι, δεν υπαρχει κανεις, δεν περναει η ωρα στη μοναξια, κι είναι κι αυτή η αναγκη που δεν αντεχεται. Γι αυτό πας κι εσυ αντιθετα στον αερα;

Εχω και κατι αλλα, χαρτακια από τα τσιγαρα σου και μια εικονα σου να καπνιζεις, που δεν τα χω πεταξει. Απλα κάθε οκτωβρη τα ανεβαζω στην ταρατσα,καθομαι και περιμενω τον  αερα να τα σκορπισει . Το τσιγαρο εχει την ιδια γευση ακομα, ο καφες είναι καυτος , ο κοσμος κρυβεται, όπως κάθε οκτωβρη. Μα στην ταρατσα μου παλι δεν θα φυσηξει, μονο συννεφα, κι αυτος ο ηλιθιος ηλιος που παριστανει τον ηρωα και προσπαθει να μπει στο μυαλο μου να γλιτωσει τα χιονια. Μα πανε χρονια που χιονιζει κι εδώ.
Απλωνω κουβαδες , Τα μαζευω τα χιονια που πεφτουν, για να χω να πινω νερο το καλοκαιρι. Όταν καπνιζεις χωρις να ξεπλενεις το στομα σου, ειχες δικιο, το στομα ξεραινεται-και τοτε είναι που παραπανω ζηταει το φιλι.

Κακος οιωνος κι η διψα, σαν τον κοκκινο ουρανο και τα παιδια που κλαινε.

Με βλεπουν στα ξενα ρουχα,πλησιαζω και σωπαινουν. Ησυχαζουν όπως ησυχασα διπλα σου εγω. Καθομαι λιγο,παιζω μαζι τους. Λερωνω ξανα και ξανα τα ρουχα σου. Μου ζητανε να ζωγραφισουμε, τα βγαζω, κι αυτά γινονται σπιτια, σωματα, δεντρα και τερατα στις ντουλαπες (τους λεω εχω κι εγω ένα στη δικη μου), παλαμες παιδικες και ενας σουπερμαν που θα σωσει τον κοσμο. Μουτζουρες γινεσαι και παραμυθια.
Τ’αφηνω για λιγο να κοιμουνται πανω στις ζωγραφιες τους.Μετα ησυχα, τα φοραω ξανα, καποιο ξυπναει και κλαει, μα τρεχω τωρα μηπως προλαβω, και δε με φτασει ο οιωνος.

Ωρες περασαν κοιταζω απ το παραθυρο και περιμενω.  

Μολις στεγνωσουν, θα βαλω καφε και θα ντυθω μουτζουρα,παλι.

Μα δε θα βγω σημερα από το σπιτι-

είναι αυτος ο κοκκινος ουρανος,που με τρομαζει-

είναι και τα ρουχα σου στη ντουλαπα… 

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011


Ωραία,λοιπόν,άνθρωπε…τώρα που ξέρεις, τώρα που έβγαλες από πάνω σου τα λέπια και τις οπλές, ήρθε η ώρα να μάθεις την αποστολή σου για σήμερα.
Σήμερα θα μας διασκεδάσεις. Μην είσαι αχάριστος, το χρειαζόμαστε.. παραδέξου ότι μας αξίζει..
Εντάξει. Σήμερα πρέπει να μας δείξεις ότι είσαι άνθρωπος, πρέπει να μας κάνεις να το πιστέψουμε. Να ξεριζώσεις την καρδιά σου και να μας την δώσεις και μεις θα την πετάξουμε στον ‘Αδη για να την συνθλίψουν τα σφάλματα και να παίξουν οι τιμωρημένοι,που ξέχασαν πώς είναι να έχεις καρδιά- κι ύστερα θα την πάρεις πίσω και θα στάζει αίμα και ιδρώτες, θα βράζει, το κρέας της θα κρέμεται, δεν θα λάμπει πια. Πρέπει όμως να τη βάλεις πίσω γιατί είναι πάντα η δική σου καρδιά και ναι,θα ναι άσχημη- κι εμείς θα την παρατούσαμε στα σκουπίδια στη θέση σου, αλλά τώρα δεν έχεις τίποτα άλλο, κι αυτή είναι η ανταμοιβή σου γι αυτό.
Δεν θα χεις να τα βάλεις με δαίμονες και με τέρατα και με ζώα της νύχτας, με θηρία ή αγγέλους…γιατί είσαι άνθρωπος και δεν σε φοβούνται. Αρκεί που φοβάσαι εσύ τον εαυτό σου.
Αρκεί που ένιωθες πιο ασφαλής όταν είχες κέρατα και τρίχωμα,όταν μπορούσες να καταστρέψεις μάντρες με τη δύναμή σου και να το σκάσεις, όταν έσκαβες τρύπες στο χώμα με τις πατούσες…παρά τώρα που σου αφήσαμε μόνο μια καρδιά.


Και θα γεννηθείς πάλι από την αρχή όπως κάθε μέρα γεννιέσαι ξανά και ξανά, φτύνοντας αίμα από τη μήτρα της μάνας σου-τη μήτρα του σύμπαντος- και θα πάρεις πάλι τη θέση σου-το πιόνι και ο παίκτης. Σ αυτό το σύμπαν που δεν θυμάται πότε σε έκανε ούτε πως, και αδιαφορεί αν μεγαλώνεις γυμνός.

Εμπρός λοιπόν! Συνέχισε να ξύνεις τις σάρκες σου τη νύχτα για να βρεις που κρύβεται ο χρόνος και συνέχισε να τρυπάς την καρδιά σου για να βλέπεις στο σκοτάδι – κι εμείς θα σε ανταμείψουμε. Δεν είμαστε αχάριστοι, ποτέ δεν ήμασταν.

Όλα είναι τελικά σχετικά,δεν νομίζεις;
Ποιος είναι ο θεός και ποιος ο άνθρωπος
-συνέχισε να το πιστεύεις αυτό.

Κοίτα…Βλέπεις το γκρεμό μπροστά σου; Εκεί θα βουτήξεις όταν τελειώσεις με τα όνειρα της μερας.
Όχι, μη φοβάσαι. Χωρίς καρδιά δεν παθαίνεις τίποτα.

Συνέχισε όμως να τρέμεις τα ζώα και τους δαίμονες και τη φύση και τους ανέμους. Συνέχισε να τρέμεις τη φωτιά, τους αγγέλους, το χρόνο…
         Γιατί αυτό που θα σε καταβροχθίσει στο τέλος, είναι το κενό
                             στην ίδια σου την καρδιά.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

παιχνιδια.

Πέτα το λοιπόν..έλα.
Κορώνα ή γράμματα-την αλήθεια μας ή το ψέμα μας τα όνειρα ή τον φόβο;
Σειρά σου τώρα.
Δεν θα μπω στη μέση, δεν θα αντιδράσω, δεν θα κουνηθώ καν.
Το ξέρεις δεν έχω τίποτα να χάσω. Τώρα πια, θα κερδίσω μόνο αν παραδοθώ στο παιχνίδι μας.
Το νόμισμα στον αέρα, εκεί που δίπλα πετάει η καρδιά μου, η σκέψη μου που φεύγει, πιο ψηλά, κι άλλο..το σώμα μου δεν θα τα φτάσει ποτέ.
Τρέμω. Δεν το δείχνω. Το νόμισμα γυρίζει, τρυπάει τον ουρανό, τρυπάει τα σύννεφα- σκόνη από πλανήτες γύρω- κι ανεβαίνει.
-Τι; 
-Τίποτα ακόμα. 
Έχω κλείσει τα μάτια και περιμένω.
Κορώνα
-Τι φοβάσαι πιο πολύ; 
-Να σε βλέπω να με φοβάσαι...
Γράμματα
-Δε σ αγαπάω.
-Ούτε κι εγώ
Κορώνα 
-Γιατί δεν κοιμάσαι;
-Φοβάμαι μην ξυπνήσω 
Γράμματα 
-Κι αν κερδίσεις;
-Θα σ αφήσω να με μισήσεις
Κορώνα
-Κι όταν χάσεις;
-Θα μαι εδώ. Θα περιμένω.
Γράμματα
Η υπομονή μου εξαντλείται
Κορώνα
όπως οι βασιλιάδες
Γράμματα
όπως οι φτωχοί κι οι πεθαμένοι
Κορώνα
Τίποτα-καμία σκέψη
Γράμματα
Κενό
Κορώνα
Κενό
Γράμματα
Κενό
Κορώνα
Το ξέρω, μ αγαπάς
ή με μισείς, ξέρω
Δεν με νοιάζει. Γυρίζει. Ο χρόνος γελάει. Κι εγώ γελάω που με κοιτάς, μα δεν γελάς μαζί μου. Το παιχνίδι, ένα παιχνίδι μόνο υπάρχει για σενα. Κι εμένα η τελευταία μου ευκαιρία να παραδοθώ.
Κάπου εκεί, βαθιά, κλείσε τα μάτια να μην μπορώ να βγω απο τη ζέστη, και κράτα με εκεί.
Το νόμισμα κατεβαίνει, φτάνει στα πόδια μας.
-Τώρα..λες.
Φυλάκισέ με λοιπόν, να χαθώ, να μην βρίσκω έξοδο,  μόνο φως.
Όλη η ζωή σ ενα κομμάτι ασήμι, γυρίζει, ακόμα...
Πέφτει στο χώμα, θόρυβος, και σπάει τις κλωστές που μας κρατουν ενωμένους-αιώνια εδώ, σ αυτό το ανόητο παιχνίδι.
Κορώνα-γράμματα-τίποτα-δεν ξέρω-δεν θέλω-δεν με νοιάζει.
Μόνο ο ήχος από ένα κομμάτι φεγγάρι που σκάει στη γη.
Μόνο αυτό το άδειο κουδούνισμα.
Αρκετά. Νεκροί βασιλιάδες στα πόδια μας.
-Τί περιμένεις;
Τέλος;



Βάζεις το χέρι στην τσέπη. Κάτι γυαλίζει στην παλάμη σου.
-Πες εσύ.
Ωραία....

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

προσπερνοντας

πες μου.. στέκεσαι ποτέ στην πόρτα μου, αν ξυπνήσεις κάποια νύχτα, ή το πρωί,
πηγαίνοντας στην κουζίνα για τον πρωινό καφέ σου;
εγώ λείπω-
κοιτάς μέσα, σκέφτεσαι τι άφησα φεύγοντας και τι κουβαλάω μαζί μου;
έψαξες ποτέ τα πράγματα μου, τα χαρτιά και τις σκέψεις μου, τα περιοδικά που αρνείσαι να πετάξεις γιατί εγώ αρνιόμουν να πετάξω, να βρεις κάτι,
μια εξήγηση ή μια ανάμνηση;
έξυσες τους τοίχους να σβήσουν τα γράμματα και το χρώμα,
να βρεις τον ιδρώτα μου να βρεις τον πανικό και την αυπνία μου;
εγώ λείπω τώρα- στέκεσαι ποτέ στο παράθυρό μου,
τί έβλεπα εγώ, ο απέναντι τοίχος, 5 παράθυρα, 3 οικογένειες και 1652 τούβλα...
σκέφτεσαι αν ποτέ γονάτισα αν έκλαψα αν σε μίσησα
μετρώντας;
έψαξες ποτέ να δεις αν φύλαξα την ασφάλεια που μου δωσες
στα συρτάρια στα ρούχα μου στα ράφια της βιβλιοθήκης,
ή τα σκουπίδια μου, αν την πέταξα
μαζί με όσα δεν ζήσαμε και όσα ζήσαμε μα
τελικά δεν άντεξα ή δεν θυμάμαι;
μένεις ποτέ ξύπνιος, καθισμένος στο κρεβάτι μου,
άυπνος στη δικιά μου σκέψη, ότι άδικα έφυγα, ότι ίσως
δεν ξαναγυρίσω, ότι πάει,πέρασε,προσπεράσαμε τώρα -


πες μου ρε..,εσύ
έκλαψες ποτέ
μετρώντας;

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

οχι πια φιλοι, μονο σεξ

ενα κασετοφωνο-απο τα παλια, τα μεγαλα-
δυο ροδες, ενα βαζο μελι, μια καρεκλα στο πεζοδρομιο. 
(τιποτα πιο μονιμο απο το προσωρινο,λενε.
κι οταν ακουω 'θα περασει'- τοτε ''δεν''
δεν ξερω η δεν ψαχνω η δεν εχω 
-τι;)


κι η καρεκλα εμεινε εξω πολλους χειμωνες μεχρι ν αποφασισει να τη μαζεψει 
η γιαγια μου 
αλλιως ακομα εκει θα καθομουν...


το απογευμα γυρνουσα με σκισμενα ρουχα και γονατα 
ρωτουσαν, με ποια τερατα τα βαλα παλι, γελουσαμε
πια, δεν γυρναω 
σκισμενα γονατα και ρουχα 
κι εγω ντρεπομαι 
δεν γυρναω. 
περιμενω γυμνη να με βρουν. 




τωρα, ενα κασετοφωνο, δυο ροδες, κι η μονιμοτητα μας. 
οι νυχτες, μερικα ποτα, σιγουρα πολλα τσιγαρα, ο κοσμος προχωραει λοιπον, μεγαλωνει ο κοσμος, στους δρομους η στις δουλειες του, 
εχουμε αποψη τωρα, ψηφιζουμε κιολας και διαδηλωνουμε 
η μενουμε σπιτια μας και δεν κοιμομαστε 
φασαρια
φασαρια,μαλακα - κλεισε τη μουσικη.


τωρα, στο πεζοδρομιο με μπυρες, 
καμια στοιχειωμενη απουσια.
αλλα αν με μυρισεις, 
μυριζω μελι, δρομο και κλεψιες, 
μυριζω σαπουνι, σκουληκια, και κρυφτο.
κι η καρεκλα εκεινη ακομη περιμενει 


αυτο που ημουν.
γιατι δεν ξερω αν αντεχει αυτο που εγινα,
το προσωρινο μου.
γιατι οτι πιο μονιμο ειχα ποτε 
ειναι αυτες οι δυο ροδες 
και περιμενοντας,
μεγαλωσα 


και κεινο που μου λειπει 
ειναι η τολμη 
να γυρισω πισω,παρα τα διαλυμενα μου γονατα και ονειρα, 
και να απλωσω καρεκλες σ ολα τα πεζοδρομια.
να περπαταμε ξυπολητοι αναμεσα τους, 
μεσα στα σκουπιδια και τη λασπη αυτης της σκατοπολης.
ετσι, για να βαλουμε λιγη βρωμια 
στην υπεροχη μονιμοτητα μας
και να αφησω κι εγω λασπωμενες πατημασιες
στην καρεκλα,στο τραπεζι, στα ραφια, 
ανεβαινοντας για να φτασω τον ηλιο 
(ενα βαζο μελι)  




α, και σαουντρακ, ενα κασετοφωνο, μεγαλο απο τα παλια...

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

που
με παει;
κι εγω
γιατι
ακολουθω;