support

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

κι οταν πεφτω
να με σηκωνεις στον αερα
με τα μικρα σου δαχτυλα
να με κρατας κι υστερα
να μ αφηνεις με ολο το βαρος της γης
να πεσω στο χωμα
ν ακουσω τον πονο με τ αυτια μου.
να με σηκωνεις ψηλα, εκει που
θα μπορω να δω τα ματια σου
και ξανα να μ αφηνεις με δυναμη να πεσω.

και Το πιο βαρυ παπλωμα ειναι τα ονειρα μου και δεν μπορω να τα σηκωσω απο πανω μου
ετσι ξαπλωμενη στο χωμα
και φοβαμαι
Τραβα τα λιγο στην ακρη και Σηκωσε με παλι
να φιλησω το μετωπο σου -
θελω να γραψω κατι σ αυτο το μετωπο
να μεινει για παντα.
Μου λεγες να αραιωνω το μελανι μοναχα με δακρυα,
το νερο το θολωνει και χαλαει,
Η με παγο ολοκληρα κομματια .
Μα δεν πιανει , τα δακρυα μου μαυριζουν
κι ο παγος στεγνωνει κι επιπλεει μεσα στο δοχειο
καθρεφτης του κορμιου σου
Και το μελανι μου βγαινει πηχτο
και ζεματαει τους τοιχους
και ζεματαει το μετωπο σου
και καιγεσαι και παλι
με πετας κατω.

Ασε με. Θα ξαπλωσω στα ποδια σου
και θα δαγκωσω τα δαχτυλα σου
κι υστερα φερε με παλι ψηλα
-ετσι,ναι-
ψηλα
με τα δυο σου λεπτα παιδικα δαχτυλα
τα ματια σου το στομα το μετωπο η αληθεια
κι ακομα,ψηλα
Και καρφωσε με
απο τα χερια
στον ουρανο .
Και ασε με,
θυμα θυτη απο χωμα και απο συννεφα,
ερειπιο και μπαλονι ,
να ζωγραφιζω εκει πανω.
Με μελανι πηχτο
σαν δακρυσμενος παγος.

θα ξαναπεσω...

Και θα σαι εκει;

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

λασπη.

Να λοιπόν-

εγώ που δεν είχα τίποτα-

βρέθηκα με δυο κομμάτια λάσπη στα χέρια μου

κι ανάμεσα στα δόντια ένα σφυρί

και δεν ξέρω

να προσπαθήσω να χτίσω πάνω στα παλιά

ή να τα γκρεμίσω κι αυτά;

ή, πάλι, με τη λάσπη,

να χτίσω την ψυχή μου στο κορμί μου

να την φυλακίσω, να μην χαθεί όπως βολοδέρνει;

εγώ που δεν είχα τίποτα

μπορώ να χω τα πάντα

αρκεί να βρω κάπου να τα χωρέσω.

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

---

α γ α π α ω
φρικιαστικα εθιστικα ηλιθια παθητικα βασανιστικα ψυχρα αναρχικα ιδρωμενα μεθυσμενα μαχητικα παιδικα χειριστικα βρωμικα απιστα μαζοχιστικα ελευθερα εντατικα ασκητικα παθιασμενα εφημερα απαισια εγωιστικα εκστατικα διαολεμενα στραβα αληθινα αντιστροφα ολοκληρωτικα εμετικα εμπυρετα γεροντικα διψασμενα αιωνια σκληρα σαδιστικα πωρωτικα θεικα ρωτωντας κοιτωντας φτυνωντας σιωπωντας αγγιζοντας ζητωντας αδιαφορωντας γκρεμιζοντας βριζοντας ελπιζοντας απαιτωντας γδυνοντας αφηνοντας επιζωντας βιαζοντας δινοντας γαμωντας αντιδρωντας βρισκοντας θυμωνοντας αναπνεοντας ξυπνωντας ηρεμωντας πονωντας χτυπωντας προσδοκωντας στη νυχτα στα χρωματα στα δακρυα στο ψεμα στα χερια στο ονειρο στη μαστουρα στο χειμωνα στο χρονο στα γονατα στο φοβο στον ερωτα στη φυλακη στον θανατο στα κυματα στη ζαλη στον ξυπνιο στο κερατο στο τωρα στο τιποτα στο θελω στη βροχη στα κριματα στα βαθια στην κυριακη στο ποτε ---

τι να το κανεις; μερικες φορες δεν εχω λεφτα να φαω.

κι αλλες παλι...μισω απλα.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

απλα λεξεις

Μπαίνω στο σπίτι κι αφήνω ανοιχτή την πόρτα πίσω μου.

Νιώθω την πλάτη μου να πονάει και τρέχω στο χαλί, ν’άφησω κάτω το σύμπαν. Με κούρασε. Ώρες το κουβαλάω. και η μαλακία είναι ότι κάποιες στιγμές το ξεχνάω κι αρχίζω τις τούμπες ή το τρέξιμο ή σκύβω να μαζέψω πέτρες απ το χώμα και δεν προσέχω μην μου πέσει από τους ώμους.

Το αφήνω λοιπόν, και ξαπλώνω δίπλα του.

Κοιτάζω την πόρτα, πάντα περιμένω κάποιον να μπει, την αφήνω ανοιχτή. Σιωπώ κι ακούω βήματα στις σκάλες.

Κάποιος μοιράζει διαφημιστικά.

Κάθε πρωί μου χτυπάνε το κουδούνι να με παρακαλέσουν να μην ξεχνάω τα φώτα της πολυκατοικίας ανοιχτά. Ζητάω ευγενικά συγνώμη και γυρίζω στο δωμάτιό μου.

Το βράδυ θα τ αφήσω πάλι αναμμένα- αν τα κλείσεις ο άνεμος θα συνεχίζει να σφυρίζει απ έξω και να χτυπάει την πόρτα- δεν μπορεί να μπει, δεν βλέπει.

Κι αν δεν αφήσεις τον άνεμο να μπει, δεν θα μάθεις ποτέ τί ξέρει.

Κι η αλήθεια; Για μας ξέρει.

Γιατί ξέρει από φόβο.

Κι αν κάποτε θέλω να τρέξω σ εσένα, αυτός μ εμποδίζει-να ξέρεις δεν φταιν τα πόδια μου που δεν θέλουν να κουνήσουν από τη γη ούτε και το ότι ξέρω πως θα με διώξεις μόλις με δεις. Ο αέρας φταίει που δεν μπορώ να βγάλω την κουκούλα μου και να σπάσω τους τοίχους…μην με περιμένεις.

Πιάνω στα χέρια μου το σύμπαν, το στριφογυρίζω στην παλάμη μου και ελπίζω να αρχίζει να στέλνει γύρω στο δωμάτιο λάμψεις και κεραυνούς ή εικόνες από το μέλλον μου, σαν τις μαγικές σφαίρες στα παραμύθια.

Τίποτα. Το σύμπαν ακίνητο στις παλάμες μου.

Δεν ξέρω τι φταίει.. δεν ξέρω αν δεν μπορώ να το χωρέσω μέσα μου ή εκείνο δεν μπορεί να χωρέσει εμένα…

Το σύμπαν δεν ξέρει για μας. Αυτό γνωρίζει μόνο από αλήθειες κι εμείς που ζήσαμε το πιο αληθινό παραμύθι-ή το πιο παρανοικό ψέμα-δεν έχουμε θέση μέσα του.

Κι είναι από τα όνειρα που ξυπνάς και βρίσκεις στα χέρια αίματα και δαγκώματα στην πλάτη ή ένα χαρτάκι στις τσέπες με δυο τρεις λέξεις χωρίς νόημα και σκέφτεσαι ‘’δεν μπορεί, ήμουν εκεί’’. Εσύ ναι. Η αλήθεια όχι.

Λοιπόν, να σου πω… τίποτα, δεν ξέρω.. τίποτα.

Όταν θα λες την ιστορία εγώ ίσως να μαι κάπου αλλού, μέσα στα χώματα ίσως, να παίζω μπάλα κλωτσώντας το σύμπαν, μ αυτά τα κωλόπαιδα, τις μοίρες.

Όπως όταν την έλεγα εγώ, ίσως στριφογυρνούσες στο κρεβάτι σου-μούδιασμα πίσω από το σβέρκο σαν μόλις να χασες όλη την περιουσία σου στα χαρτιά από τον Πόθο. Ύπουλος θεός- στημένο το παιχνιδάκι του.

‘ Δε γαμιέται’, θα πεις, και θα σηκωθείς από το κρεβάτι

δε γαμιέται θα πω.. κι ακόμα εδώ,περιμένω να δω τις λάμψεις από τη σφαίρα στα χέρια μου.

Κουδούνι. Πάλι στην πόρτα μου μιλάνε για τα φώτα του διαδρόμου. Ποιος νοιάζεται;; Χαμογελάω ευγενικά. Δεν βγαίνω να τα κλείσω.

Με ρωτάνε για την υγεία μου, και για την υγεία των προπαππούδων μου και των παιδιών μου, πάω να πω ‘πάνε αυτοί, πέθαναν’ μα απλά χαμογελάω και γνέφω

Όλα καλά.

Πασχίζω να κρύψω τη σφαίρα μου. Ας μην αρχίσει τώρα να φωτίζει, σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι να την κάνω, δεν ξέρω για τι την κουβαλάω κάθε μέρα και νύχτα. Αλλά θα συνεχίσω μέχρι να βρω κάπου να την αφήσω με ασφάλεια, κάπου ζεστά και κάπου οικεία- σαν τις εικόνες μου για σενα.

Αλλά πάλι, Να την κλείσω στο κεφάλι μου; Ανόητο. Θα χαθεί εκεί μέσα με τα τόσα παραμύθια…

Φεύγουν. Κλείνω τα φώτα-ας τον γι απόψε να ουρλιάζει, ξέρει ήδη πολλά- κλείνω και την πόρτα και γυρίζω στο χαλί.

Ναι. Σου έλεγα λοιπόν..

Ούτε ξέρω. Κι η σφαίρα δεν μιλάει, γιατί δεν τη νοιάζει. Κι ο αέρας όσα ξέρει δεν θα σου τα πει, απλά θα σε χτυπήσει στο πρόσωπο, δυνατά, κι ίσως κάτι σου θυμίσει. κάτι ζεστό και οικείο, όπως το εμείς.

Αλλά ποιος να μιλήσει τώρα;

Τέλος πάντων.. Υποθέτω γι αυτό κάναμε πίσω, γι αυτό κι η σφαίρα μου δεν φωτίζει, γι αυτό στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι κάποιες νύχτες.

Είναι πράγματα που δεν θα πούμε ποτέ.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Tegan and Sara - Don't Confess w/lyrics

χρυσαφι

Ένα τσουκάλι χρυσά φλουριά στη μέση του πουθενά,στη μέση του κόσμου μου.

Σ αγαπώ και σε σιχαίνομαι-τα θυσιάζω όλα τα ξεχνάω και τα διορθώνω λίγο να σου τα χαρίσω- οι καταστάσεις αυτές οι γαμημένες καταστάσεις μας έκανα αυτό που είμαστε.. ανθρωποι,,αθάνατοι.

Όταν ένα βράδυ που θα κοιμόμαστε οι σκιές μας σηκωθούν και ψάξουν η μία την άλλη και βρεθούν ξανά όπως τότε στην Μήτρα που περίμεναν να γεννηθούν, τότε θα θυμηθώ κι εγώ, και θα σε κλείσω πάλι μέσα στα χέρια μου

Θα σε ξεχωρίσω από το χρώμα των πόθων σου και θα ξέρω πως σε θέλω, πως τριγυρίζω δίπλα σου κάθε βράδυ για μέρες και μέρες που μπορεί πια να χουν γίνει αιώνες, πως σε ψαξα και πριν να σου χαρίσω ένα τσουκάλι νομίσματα μα δεν ήσουν πουθενά τριγύρω κι επέστρεψα σε εμένα.

Έτσι είναι. Κάθε πρωί σηκώνομαι από το κρεβάτι, τα γυαλίζω, να μοιάζουν χρυσά, και περιμένω να ρθει η νύχτα πάλι.

Μερικές φορές φοβάμαι μην πεθάνω περιμένοντας- γιατί λένε πως όταν πεθαίνεις αγκαλιά μ ένα κουβά χρυσάφι τα αστέρια μπερδεύονται και σε περνάνε για δικό τους κι ανεβαίνεις εκεί για πάντα- δεν θέλω να χάσω την κόλαση των ανθρώπων, να μην σε ξαναδω .

Μα ξέρω δεν κινδυνεύω, γιατί δεν μπορείς να ονομάζεις χρυσό ένα μάτσο πέτρες –ναι, είναι αυτές που πετούσαμε στη θάλασσα και ζητούσαμε να τη χτίσουμε και να περάσουμε απέναντι- ή μερικά δόντια που κλέβαμε τα καλοκαίρια κάτω από τα μαξιλάρια των μωρών. Ή ακόμα εκείνα τα κομμάτια κομητών που πέρασαν από μέσα μας κι άνοιξαν καυτές τρύπες στο στήθος αυτά που βούτηξα και μάζεψα μέσα από τα κορμιά μας και τα φύλαξα στο τσουκάλι με τα υπόλοιπα ψεύτικα αστέρια μου- όχι. Όλα αυτά δεν είναι χρυσάφι,κι ας τα γυαλίζω κάθε μέρα με σκληρά πανιά βουτηγμένα σε καυτό, απολυμαντικό ιδρώτα.

Σ αγαπώ και σε σιχαίνομαι το είπα ήδη; το ξέρω ηλίθιε, απλά τώρα έχω κάτι να σου δώσω, έχω κάτι να ανταλλάξω με το ειρωνικό γέλιο σου,ίδιο το γέλιο του θεού.

Άνθρωποι είμαστε, πώς να μπερδέψεις τα αστέρια με ένα μάτσο χρυσά όνειρα;

Δεν ξεγελάω κανέναν.

Πάλι κοντά σου θα γυρίσω , στη σκιά σου πάλι θα χωθώ απόψε.

κι αυτή την κίτρινη σπίθα που θα μας κάψει μόλις η καρδιά μου χύσει το αίμα μου μέσα στη δικιά σου, θα τη μαζέψω

θα τη γυαλίσω

και θα την κλείσω κι αυτή σ ένα τσουκάλι γεμάτο φλουριά

και μια νύχτα όπως θα φεύγω,

θα σου το αφήσω δίπλα στο κρεβάτι

να σου φωτίζει το δρόμο προς το ξημέρωμα.

-αν ο θεος ηθελε να πεταμε,θα μας εδινε φτερα..
-ναι,αλλα αν ηθελε να σερνομαστε ,δεν θα μας εδινε
κ α ρ δ ι α.