Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

απλα λεξεις

Μπαίνω στο σπίτι κι αφήνω ανοιχτή την πόρτα πίσω μου.

Νιώθω την πλάτη μου να πονάει και τρέχω στο χαλί, ν’άφησω κάτω το σύμπαν. Με κούρασε. Ώρες το κουβαλάω. και η μαλακία είναι ότι κάποιες στιγμές το ξεχνάω κι αρχίζω τις τούμπες ή το τρέξιμο ή σκύβω να μαζέψω πέτρες απ το χώμα και δεν προσέχω μην μου πέσει από τους ώμους.

Το αφήνω λοιπόν, και ξαπλώνω δίπλα του.

Κοιτάζω την πόρτα, πάντα περιμένω κάποιον να μπει, την αφήνω ανοιχτή. Σιωπώ κι ακούω βήματα στις σκάλες.

Κάποιος μοιράζει διαφημιστικά.

Κάθε πρωί μου χτυπάνε το κουδούνι να με παρακαλέσουν να μην ξεχνάω τα φώτα της πολυκατοικίας ανοιχτά. Ζητάω ευγενικά συγνώμη και γυρίζω στο δωμάτιό μου.

Το βράδυ θα τ αφήσω πάλι αναμμένα- αν τα κλείσεις ο άνεμος θα συνεχίζει να σφυρίζει απ έξω και να χτυπάει την πόρτα- δεν μπορεί να μπει, δεν βλέπει.

Κι αν δεν αφήσεις τον άνεμο να μπει, δεν θα μάθεις ποτέ τί ξέρει.

Κι η αλήθεια; Για μας ξέρει.

Γιατί ξέρει από φόβο.

Κι αν κάποτε θέλω να τρέξω σ εσένα, αυτός μ εμποδίζει-να ξέρεις δεν φταιν τα πόδια μου που δεν θέλουν να κουνήσουν από τη γη ούτε και το ότι ξέρω πως θα με διώξεις μόλις με δεις. Ο αέρας φταίει που δεν μπορώ να βγάλω την κουκούλα μου και να σπάσω τους τοίχους…μην με περιμένεις.

Πιάνω στα χέρια μου το σύμπαν, το στριφογυρίζω στην παλάμη μου και ελπίζω να αρχίζει να στέλνει γύρω στο δωμάτιο λάμψεις και κεραυνούς ή εικόνες από το μέλλον μου, σαν τις μαγικές σφαίρες στα παραμύθια.

Τίποτα. Το σύμπαν ακίνητο στις παλάμες μου.

Δεν ξέρω τι φταίει.. δεν ξέρω αν δεν μπορώ να το χωρέσω μέσα μου ή εκείνο δεν μπορεί να χωρέσει εμένα…

Το σύμπαν δεν ξέρει για μας. Αυτό γνωρίζει μόνο από αλήθειες κι εμείς που ζήσαμε το πιο αληθινό παραμύθι-ή το πιο παρανοικό ψέμα-δεν έχουμε θέση μέσα του.

Κι είναι από τα όνειρα που ξυπνάς και βρίσκεις στα χέρια αίματα και δαγκώματα στην πλάτη ή ένα χαρτάκι στις τσέπες με δυο τρεις λέξεις χωρίς νόημα και σκέφτεσαι ‘’δεν μπορεί, ήμουν εκεί’’. Εσύ ναι. Η αλήθεια όχι.

Λοιπόν, να σου πω… τίποτα, δεν ξέρω.. τίποτα.

Όταν θα λες την ιστορία εγώ ίσως να μαι κάπου αλλού, μέσα στα χώματα ίσως, να παίζω μπάλα κλωτσώντας το σύμπαν, μ αυτά τα κωλόπαιδα, τις μοίρες.

Όπως όταν την έλεγα εγώ, ίσως στριφογυρνούσες στο κρεβάτι σου-μούδιασμα πίσω από το σβέρκο σαν μόλις να χασες όλη την περιουσία σου στα χαρτιά από τον Πόθο. Ύπουλος θεός- στημένο το παιχνιδάκι του.

‘ Δε γαμιέται’, θα πεις, και θα σηκωθείς από το κρεβάτι

δε γαμιέται θα πω.. κι ακόμα εδώ,περιμένω να δω τις λάμψεις από τη σφαίρα στα χέρια μου.

Κουδούνι. Πάλι στην πόρτα μου μιλάνε για τα φώτα του διαδρόμου. Ποιος νοιάζεται;; Χαμογελάω ευγενικά. Δεν βγαίνω να τα κλείσω.

Με ρωτάνε για την υγεία μου, και για την υγεία των προπαππούδων μου και των παιδιών μου, πάω να πω ‘πάνε αυτοί, πέθαναν’ μα απλά χαμογελάω και γνέφω

Όλα καλά.

Πασχίζω να κρύψω τη σφαίρα μου. Ας μην αρχίσει τώρα να φωτίζει, σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι να την κάνω, δεν ξέρω για τι την κουβαλάω κάθε μέρα και νύχτα. Αλλά θα συνεχίσω μέχρι να βρω κάπου να την αφήσω με ασφάλεια, κάπου ζεστά και κάπου οικεία- σαν τις εικόνες μου για σενα.

Αλλά πάλι, Να την κλείσω στο κεφάλι μου; Ανόητο. Θα χαθεί εκεί μέσα με τα τόσα παραμύθια…

Φεύγουν. Κλείνω τα φώτα-ας τον γι απόψε να ουρλιάζει, ξέρει ήδη πολλά- κλείνω και την πόρτα και γυρίζω στο χαλί.

Ναι. Σου έλεγα λοιπόν..

Ούτε ξέρω. Κι η σφαίρα δεν μιλάει, γιατί δεν τη νοιάζει. Κι ο αέρας όσα ξέρει δεν θα σου τα πει, απλά θα σε χτυπήσει στο πρόσωπο, δυνατά, κι ίσως κάτι σου θυμίσει. κάτι ζεστό και οικείο, όπως το εμείς.

Αλλά ποιος να μιλήσει τώρα;

Τέλος πάντων.. Υποθέτω γι αυτό κάναμε πίσω, γι αυτό κι η σφαίρα μου δεν φωτίζει, γι αυτό στριφογυρίζουμε στο κρεβάτι κάποιες νύχτες.

Είναι πράγματα που δεν θα πούμε ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου