Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

χρυσαφι

Ένα τσουκάλι χρυσά φλουριά στη μέση του πουθενά,στη μέση του κόσμου μου.

Σ αγαπώ και σε σιχαίνομαι-τα θυσιάζω όλα τα ξεχνάω και τα διορθώνω λίγο να σου τα χαρίσω- οι καταστάσεις αυτές οι γαμημένες καταστάσεις μας έκανα αυτό που είμαστε.. ανθρωποι,,αθάνατοι.

Όταν ένα βράδυ που θα κοιμόμαστε οι σκιές μας σηκωθούν και ψάξουν η μία την άλλη και βρεθούν ξανά όπως τότε στην Μήτρα που περίμεναν να γεννηθούν, τότε θα θυμηθώ κι εγώ, και θα σε κλείσω πάλι μέσα στα χέρια μου

Θα σε ξεχωρίσω από το χρώμα των πόθων σου και θα ξέρω πως σε θέλω, πως τριγυρίζω δίπλα σου κάθε βράδυ για μέρες και μέρες που μπορεί πια να χουν γίνει αιώνες, πως σε ψαξα και πριν να σου χαρίσω ένα τσουκάλι νομίσματα μα δεν ήσουν πουθενά τριγύρω κι επέστρεψα σε εμένα.

Έτσι είναι. Κάθε πρωί σηκώνομαι από το κρεβάτι, τα γυαλίζω, να μοιάζουν χρυσά, και περιμένω να ρθει η νύχτα πάλι.

Μερικές φορές φοβάμαι μην πεθάνω περιμένοντας- γιατί λένε πως όταν πεθαίνεις αγκαλιά μ ένα κουβά χρυσάφι τα αστέρια μπερδεύονται και σε περνάνε για δικό τους κι ανεβαίνεις εκεί για πάντα- δεν θέλω να χάσω την κόλαση των ανθρώπων, να μην σε ξαναδω .

Μα ξέρω δεν κινδυνεύω, γιατί δεν μπορείς να ονομάζεις χρυσό ένα μάτσο πέτρες –ναι, είναι αυτές που πετούσαμε στη θάλασσα και ζητούσαμε να τη χτίσουμε και να περάσουμε απέναντι- ή μερικά δόντια που κλέβαμε τα καλοκαίρια κάτω από τα μαξιλάρια των μωρών. Ή ακόμα εκείνα τα κομμάτια κομητών που πέρασαν από μέσα μας κι άνοιξαν καυτές τρύπες στο στήθος αυτά που βούτηξα και μάζεψα μέσα από τα κορμιά μας και τα φύλαξα στο τσουκάλι με τα υπόλοιπα ψεύτικα αστέρια μου- όχι. Όλα αυτά δεν είναι χρυσάφι,κι ας τα γυαλίζω κάθε μέρα με σκληρά πανιά βουτηγμένα σε καυτό, απολυμαντικό ιδρώτα.

Σ αγαπώ και σε σιχαίνομαι το είπα ήδη; το ξέρω ηλίθιε, απλά τώρα έχω κάτι να σου δώσω, έχω κάτι να ανταλλάξω με το ειρωνικό γέλιο σου,ίδιο το γέλιο του θεού.

Άνθρωποι είμαστε, πώς να μπερδέψεις τα αστέρια με ένα μάτσο χρυσά όνειρα;

Δεν ξεγελάω κανέναν.

Πάλι κοντά σου θα γυρίσω , στη σκιά σου πάλι θα χωθώ απόψε.

κι αυτή την κίτρινη σπίθα που θα μας κάψει μόλις η καρδιά μου χύσει το αίμα μου μέσα στη δικιά σου, θα τη μαζέψω

θα τη γυαλίσω

και θα την κλείσω κι αυτή σ ένα τσουκάλι γεμάτο φλουριά

και μια νύχτα όπως θα φεύγω,

θα σου το αφήσω δίπλα στο κρεβάτι

να σου φωτίζει το δρόμο προς το ξημέρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου