support

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

και τώρα κάτι καλό: ας προσποιηθούμε ότι είμαστε ζωντανοί

Μια απο αυτές τις μέρες είμαι σίγουρη, θα σε βάλω κάτω και θα αρχίσω να σε κλωτσάω μέχρι να παρακαλάς να σε λυπηθώ
θα βάλω στο λαιμό μου τα χέρια σου και θα αρχίσω να σε σφίγγω να νιώσω τη ζωή σου στις παλάμες μου, κι εκείνη τη φλέβα που τόσα βράδια έχω περάσει χαράζοντας με το δάχτυλο, να τη νιώσω, να την κάνω να πάψει.
θα αρχίσω να σε χτυπάω με τις γροθιές μου να σε γεμίσω μελανιές και σημάδια, σαν τα ζωά
θα σε μαρκάρω να ξέρουν όλοι πως υπήρξα δικιά σου 
και με τα δόντια μου στους καρπούς σου θα την ρουφήξω αυτή τη ζωή που χτυπάει και ειρωνεύεται και ιδρώνει κάτω από το δέρμα σου 
Μία από αυτές τις μέρες θα σε διαλύσω στο στόμα μου, θα σε ματώσω μέχρι να στραγγίξει το αίμα από το κορμί σου θα σε σφίξω πάνω μου και θα σε πονέσω όπως κανείς και όταν θα κρύβω το άδειο σου σώμα κάτω από το μαξιλάρι μου
τα μόνα σημάδια σου θα ναι οι καύτρες από τα βλέμματα που άναψα και έσβησα πάνω σου.

(και επειδή ξέρω, θα με ρωτήσεις-ναι, πρέπει να τα κάνω όλα αυτά- πρέπει να τα κάνω 
για να βρω το κουράγιο μετά
να ψιθυρίσω αυτά που πρέπει να μάθεις
στο σώμα σου που δεν θα μπορεί να ακούσει.)

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

πυξ λαξ και τετοια

Ξύλινα είδωλα στη μέση της πλατείας, από παλιά, γιατί κάποτε κάποιοι πίστεψαν και κάποτε κάποιοι λάτρεψαν. 
κάθε βράδυ κλείνοντας τις κουρτίνες τα κοιτάμε, κι από συνήθεια ή ρομαντισμό πετάμε ένα ''καληνύχτα'' 
τις κυριακές μαζεύονται γύρω τους τα πρεζάκια και τρυπιούνται ακουμπώντας πάνω τους για να κρατήσουν αντίσταση -σηκωνόμαστε και κλείνουμε τις κουρτίνες.
άμα βρέξει λίγο λίγο ξεθωριάζουν και πια κάπου τρεις αιώνες βροχών δεν έχουν αφήσει κανένα χρώμα πάνω τους , κι όμως παραλόγως στέκονται ακόμα εκεί επιδεικνύοντας το σαπισμένο τους ξύλο και γνωρίζοντας ότι δεν θα τα ξεφορτωθούν τόσο εύκολα. Κάνουμε τα πάντα, βέβαια, βγάζουμε τα σκυλιά μας βόλτα και τα αφήνουμε να κατουρήσουν κάτω απ αυτά, οργανώνουμε οικογενειακά πικ-νικ με σκουπίδια, πλαστικές σακούλες και όλα αυτά, μια φορά τους βάλαμε φωτιά για να τρομάξουμε τους μπάτσους και μια άλλη προσπαθήσαμε να τα πουλήσουμε στους ξένους, πολιτιστική κληρονομιά, για να βγουμε από το οικονομικό αδιέξοδο. 
Κι όμως, εκεί, ρε πούστη. κάθε βράδυ, πριν κλείσουμε τις κουρτίνες: στέκονται ακόμα, ξόανα, αδύναμοι είρωνες θεοί των πατεράδων μας,υπεύθυνοι όλων των οργασμών που οδήγησαν σ'εμάς- γιατί κάποιοι πίστεψαν και λάτρεψαν και έχτισαν. κι εμείς, αφού δεν μπορούμε να γκρεμίσουμε. παρακαλάμε τη βροχή να τα καταστρέψει και μια μέρα πρίν ξαπλώσουμε να βρούμε πίσω από τις κουρτίνες το τίποτα, ούτε θεούς ούτε ψέματα. 
Όταν γίνει αυτό, θα χουμε σωθεί- δεν ξέρω ποιός το κατάλαβε πρώτος, αλλά είναι αλήθεια, ότι κι αν σου χουν πει. 
Γιατί ότι κι αν σου χουν πει, μην τους πιστεύεις: κανένας παράδεισος . όταν πεθάνουν οι θεοί, πάνε στο διάολο. 
κανένας παράδεισος. στο διάολο.
- ναι, ακριβώς όπως γίνεται με τις παλιές αγάπες.  

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

αποχαιρετιστηριο σεξ

θα κλαψεις θα κλαψεις θα κλαψεις 
θα σκισεις ο,τι σκιζεται, θα σπασεις ο,τι μπορεις να σπασεις 
θα θυμηθεις ο,τι ειχες ξεχασει θα πιεις οσο μπορεις να πληρωσεις 
υστερα θα δανειστεις απο τον κολλητο σου και θα πιεις κι αλλο 
θα τελειωσεις πανω στη φωτογραφια σας βριζοντας 
και 
θα κλαψεις ξανα. θα κλαψεις, θα κλαψεις 
και
ε,
θα περασει.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

μπαιπολαρ

οργη το λενε.
''μη γελας, μαλακα.''
τον χτυπησα στο προσωπο με τη γροθια μου, εκλεισα τα ματια, εκανα δυο βηματα πισω. τιποτα, μονο ενα ιδρωμενο αποτυπωμα στο μαγουλο του.
δεν γελουσε, ομως- εστω, σκεφτηκα.
περιμενα για λιγο απραγη, μετα ''δεν θα με χτυπησεις;'' ρωτησα. αν εκανε την κινηση, μοναχα την απλη κινηση να σηκωσει τη γροθια του, θα χα το δικαιωμα, θα χα καθε δικαιωμα να τον χτυπησω ξανα, και ξανα και ξανα και ξανα μεχρι να εξατμιστει απο το κεφαλι μου το προσωπο του και μεχρι να ματωσω τα δαχτυλα μου και μεχρι να ξεχασω κι εγω κι εκεινος τι σημαινει πονος.
αρχισε να γελαει ξανα.
''θα κανω ενα τσιγαρο''- εβγαλε απο την κωλοτσεπη τον καπνο, εστριψε, χωρις να με κοιταει, κι αφησε στην παλαμη μου το ετοιμο τσιγαρο.
αναψα, δεν τον κοιτουσα ουτε εγω.
''μην κλαις, μαλακα.''
ξαφνιαστηκα-φυσηξε τον καπνο στο προσωπο μου και σταυρωσε τα χερια στο στηθος. τι διαολο περιμενει;
''δεν θες να με χτυπησεις;'' ρωτησα ξανα, ελπιζοντας ακομα, και χωρις να εχω ξεσφιξει τη γροθια μου. με φανταστηκα να τον ριχνω κατω να τον κλωτσαω, αυτος να καλυπτει το προσωπο του, να φωναζει, με φανταστηκα να γονατιζω διπλα του, κι αλλες γροθιες, κι αλλες κι αλλες, αιμα και ''συγγνωμη'' κι εγω αναμεσα σε κλοτσιες, ''γελουσες μαλακα, γελουσες;'', να μην μπορω να σταματησω,τωρα με τα δυο χερια, με τα νυχια με τα δοντια μεχρι να μην υπαρχει μεχρι να γινει πολλα μικρα κομματια πονου, πεταμενα στο δρομο, ματωμενα και αδιαφορα, μικρα κομματια μετανοιας και συγγνωμης που θα τα μαζεψω με την παλαμη μου και θα τα πεταξω- αλλα οχι ακομη, κι αλλες γροθιες κι αλλες κι αλλες, νιωθω το σωμα του να ιδρωνει και να μελανιαζει και να ποναει, ισως πρεπει να τον πιασω τωρα και να τον πνιξω, αυτο ειναι: σφιφγγω τα δαχτυλα μου γυρω απο το λαιμο του, νιωθω τον αερα να σταματαει εκει που κλεινουν οι παλαμες μου, αυτο ειναι, ''τωρα δεν γελας; δεν γελας ε;''-
ομως δεν με χτυπουσε. απλα στεκοταν εκει καπνιζε και περιμενε.
''μην κλαις ρε.'' πεταξε τη γοπα και την πατησε. πλησιασε. ''οκει, μην κλαις.''
ηθελα να του φωναξω σε μισω, ηθελα να καταλαβει επιτελους ποσο κακο μου ειχε κανει, ηθελα να τον πονεσω με λεξεις με νυχιες με κλωτσιες..δεν εκανα τιποτα. τον αφηνα να πλησιαζει.
πηρε το τσιγαρο απο το στομα μου, το πεταξε, επιασε τους καρπους μου.
με φιλησε στο μετωπο. ηθελα να τον σκοτωσω.

κοιμηθηκαμε αγκαλια- οπως παντα.
''ειναι ενταξει'', συνεχως ψιθυριζε στο αυτι μου, κι εγω ορκιστηκα να τον πνιξω την ωρα που κοιμαται ή το πρωι, οταν μου φερει τον καφε-
ναι,οπως παντα.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

μεσα/εξω

Αναποδογυριζω τα επιπλα, σε ψαχνω, κατω απο τα τραπεζια και αναμεσα στα μαξιλαρια του καναπε. Προσπαθω να θυμηθω, να γραψω τα λογια που μου ειπες στον τοιχο, να μην τα ξεχασω, μπερδευομαι, και γραφω τελικα δυο λεξεις που ετσι κι αλλιως, δεν μπορεις να τις ξεχασεις. 
Σκεφτομαι οτι πρεπει να αρχισω να κλειδωνω την πορτα πριν κοιμηθω- εχει κατι χρονια τωρα που καποια βραδια οι τυψεις γλιστρανε στο δωματιο μου μου κλεινουν με τα χερια το στομα και με γαμανε- φυσικα χωρις φιλια και με την πιο αυταρεσκη ικανοποιηση- κι αν δεν ημουν απο τον υπνο, θα πονουσα φριχτα, θα υπεφερα ισως. Ευτυχως παντα θα χρειαζεται να κοιμηθω. 
Στα επιπλα, παλι: δεν εισαι πουθενα. Ξεπλενω το προσωπο μου απο τον ιδρωτα της νυχτας,κοιταζομαι στον καθρεφτη και δεν μπορω να με βρω γιατι σχεδον ξεχασα τη μορφη σου. Ενα κατι που κοιταζει το τιποτα.
Δεν τα μπερδευω: υπαρχει η καθημερινοτητα και η καθημερινοτητα μου, υπαρχει το εκει εξω και το εδω μεσα, ξερω τι ειμαι ξερω τι εχω, απλα φροντιζω να μενουν ολα στα συρταρια μου-και μεσα στις πορτες που θ αρχισω να κλειδωνω. 
Κι αυτα τα ''εδω μεσα'' σπρωχνουν με ολη τη δυναμη τους, πιεζουν το μετωπο μου και το σαγονι μου, ζητανε να βγουν απο τα αυτια μου και τη μυτη μου- αιμα σαλιο σπασμενα δοντια και κομματια δερμα στα επιπλα και τους τοιχους, εκει που σταξανε τα φιλια και ο φοβος μας.
Ξερω τη λυση, να τα κλειδωσω ολα απ εξω. 
Απλα, να.. νομιζω θα μου λειψει αυτο το καθημερινο γαμησι- μετα, με λιγα παρακαλια, παντα σε παιρνουν αγκαλια.
οκ, Ναι. θα μου λειψει. Ικανοποιηθηκες τωρα; 
Σκασε λοιπον. Κι αφου τελειωσες, παρε με αγκαλια.
θα σηκωθω μετα και θα κλειδωσω. 

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

λογικοκρισια.

ποσες μασκες τη μια πανω απο την αλλη μπορει να φορεσει ενας ηθοποιος; 
νομιζω οτι κουραστηκα- νομιζω οτι σε λιγο θα με πεισουν οτι οντως, δεν εχω ματια 
οτι οντως, δεν εχω χερια, 
οτι οντως. ειμαι ολα αυτα που πρεπει να ειμαι για να βεβαιωνω τη σωστη ταξη των πραγματων και τη λογικη σειρα του χρονου. 
μασκα στη μασκα 
ρωτας το ονομα μου, σκαω.
ρωτας την ιστορια μου, σκαω. 
τι να σου πω; αλλωστε
κι οταν σου πω, θα με κοιταξεις, θα πεις κριμα και θα πας στον επομενο- πονταρετε, παρακαλω. 
ολα στο μηδεν μαυρο και τα ρεστα μου στο απειρο κοκκινο. κριμα, ουτε σημερα θα μαθεις κατι παραπανω για μενα. (κατι τελευταιο, να ξερεις οτι σ εμας πονταρω χρονια τωρα)
δεν ξερω γιατι δεν βαζω τελεια- νομιζω οτι οταν τελειωσω την ιστορια μου θα πρεπει να πεθανω  υστερα, το ξανασκεφτομαι: νομιζω οτι μια μερα θα ξυπνησω και δεν θα μπορω να σηκωσω το μολυβι και θα πρεπει να μαθω να γραφω
με τα ματια.
τουλαχιστον τοτε δεν θα χρειαζεται να ψαχνω απελπισμενα στις τσαντες μου για ενα στυλο 
κι οταν σου μιλαω θα πρεπει να πλενεσαι επιμελως οταν γυριζεις σπιτι.  
και νομιζω οτι μια μερα θα ξυπνησω και θα τα χουμε πει πια ολα 
θα χουν γραφτει τα παντα θα χουν γινει οσα μενουν να γινουν 
και δεν θα χουμε τιποτα πια 


θα κοιταχτουμε και 


θα περιμενουμε.
ασκοπα. σχεδον οδυνηρα.
δεν θα υπαρχει κατι αλλο. 
νομιζω οτι κεινη τη μερα θα ανοιξουμε την πορτα, θα αγκαλιαστουμε και θα πουμε 
οκ. ας ζησουμε. 

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

κρυφτο

ετσι πρεπει να ναι η αγαπη. σαν τις βουλιμιες μου σαν τα τσιγαρα που στιβαζεις το ενα πανω στο αλλο να ποναει, και να ζηλευει οπως τη θαλασσα που κλεβει το γαλαζιο απο τον ουρανο. να μυριζει οπως ο ιδρωτας που σκουπιζεις στα ρουχα μου μετα τις μαχες μας, να ανασαινει, να μην ανασαινει, να βαζει τα δαχτυλα στις πριζες και να λυσσαει.
σε κοιταω και θελω να χωσω τα νυχια μου στα μπρατσα σου τοσο δυνατα που να σε ματωσω,γιατι δεν γινεται να μ αγαπας τοσο - δεν σε πιστευω- κι εγω, πως..δεν γινεται, απλα.
γραφω στον τοιχο μου το ονομα σου ξαπλωνω κατω λουζομαι με βενζινη κι αναβω
και δεν λεω κουβεντα δεν σκεφτομαι μοναχα περιμενω να με βρεις.
γαλαζιο κι εσυ και θελω να σε κλεψω, να πεθανω για να γεννηθω δρομος, ο δρομος που γνωριζεις κι εμπιστευεσαι- ισως να περιμενω να μεγαλωσω, κι οταν μεγαλωσω θα γινω θεατρο θα παιζω και θα ξαναπαιζω τo θανατο μου για να με κλαις και να σου λειπω- θεατρο,
ηθοποιοι και θεατες σκηνη και βεβαια πραξεις, γιατι οι λεξεις μου ρημαξανε κι οι δικες σου καραδοκουνε στις γωνιες σαν τον χειροτερο βιαστη, σαν τη πιο μεγαλη αγαπη.
η να περιμενω να γερασω, κι οταν γερασω θα σε παντρευτω.τοτε, θα κανουμε και σπιτια και φαναρια και δρομους, θα κανουμε κωμωδιες και τραγωδιες, ζηλειες ηλιθιες,και μια θαλασσα καινουρια, πρασινη,και θα κρυφοκοιταω με ματια αδυναμα απο την κλειδαροτρυπα οταν κανεις μπανιο, θα χυνεις τον καφε μου απο το τρεμουλο, θα τσακωνομαστε, κι οταν κοιμασαι θα θελω να σε ξυπναω για να μου μιλας, γιατι γερασαμε πια και δε μενει πολυς χρονος και πρεπει να προλαβεις να μου τα πεις ολα - ξυπνα και μιλα μου, ξυπνα- κι εσυ θα κλωτσας την κουβερτα και θα με διωχνεις κι υστερα θα τυλιγεσαι γυρω μου και θα με σκεπαζεσαι, κι ας γρινιαζεις για τη ζεστη, και θα μου λες κοιμησου. και θα κοιμαμαι.

ζεστη. περασε η ωρα.
μυριζει βενζινη και καμενη σαρκα.
κοιταζω τα ηλιθια παιδικα μου γραμματα-δεν ξερω πως να μεγαλωσω. κοιταζω το ονομα σου. παλι ειπα πολλα. ανασαινω, δεν ανασαινω. περιμενω. οσο καιγομαι, ακουω τα βηματα σου να με ψαχνουν.
ξερω, θα με βρεις. θα χασω παλι. οσο βαθια και να κρυφτω στις φλογες, θα με βρεις, το ξερω.
μου το χες πει, ετσι πρεπει να ναι. περιμενω.